Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

ΕΝΑ ΚΛΙΚ... ΚΕΝΤΡΟΑΡΙΣΤΕΡΑ



Ε λοιπόν, ναι! Όσο και να… ταράξει, να κακοφανεί ή να εκπλήξει κάποιους, η Κεντροαριστερά είναι αναγκαία όσο ποτέ! Όχι για τα κόμματα που τη βλέπουν ως «σωσίβιο» της πολιτικής τους επιβίωσης (ποσώς που με ενδιαφέρει δηλαδή), αλλά για την ίδια τη Δημοκρατία και τη χώρα.

Και εξηγώ: κατ’ αρχάς, μία πιθανή (ανα)συγκρότηση της Κεντροαριστεράς, θα μειώσει κατά πολύ τον (ορατό) κίνδυνο της αναρρίχησης της Χρυσής Αυγής στην τρίτη θέση της κοινοβουλευτικής ιεραρχίας και θα ακυρώσει πολιτικά όλες τις συνέπειες από την ανατριχιαστική πιθανότητα να αναλάβουν οι νεοναζί τον κρίσιμο ρόλο του ρυθμιστή του πολιτεύματος. Παράμετρος που, άγνωστο γιατί, μοιάζει να απουσιάζει από τον ισχνό και επιφανειακό (μέχρις στιγμής) διάλογο γύρω από το θέμα, και έτσι όπως αυτό ενέκυψε μετά την (ομολογουμένως ετερόφωτη και σπασμωδική) «Κίνηση των 58».

Δεύτερο πλεονέκτημα, η –υπό προϋποθέσεις– πιθανή μετατόπιση των δυνάμεων που θα τη συγκροτήσουν, σε μετεκλογικές συνεργασίες «αριστερού προσανατολισμού». Και για να προλάβω όσους σπεύσουν αγόγγυστα να μου καταλογίσουν τάσεις… οπορτουνισμού (οι παλαιότεροι και… ρεβιζιονισμού), ορίζω από τώρα το «επαναστατικό θεμέλιο» που μπορεί σήμερα να «οικοδομήσει» η «δική μου Αριστερά». Με βάση λοιπόν τη δεινή θέση του λαού και της χώρας και με το Αγγλικό Δίκαιο να υπονομεύει και να καθιστά ανενεργές προγενέστερες αξιώσεις και εξαγγελίες, φρονώ ότι η πιο μεγάλη κοινωνική μεταρρύθμιση για τον τόπο αυτήν τη στιγμή, δε θα μπορούσε να είναι άλλη από μια σοβαρή και οργανωμένη πορεία προς έναν… καπιταλισμό τύπου «σκανδιναβικής σοσιαλδημοκρατίας»! Και αυτήν την «έξοδο», δεν μπορεί να την εγγυηθεί παρά μόνον η Αριστερά. Τυχόν θεωρητικές και ιδεολογικές ενστάσεις επ’ αυτού, απαντούνται αναλυτικά σε όλα τα μαρξιστικά εγχειρίδια. Αρκεί να αναγνωστούν με την υπευθυνότητα που τα αξίζει.

Τρίτο «κέρδος»; Μία ενδεχόμενη (κατ’ άλλους επαπειλούμενη) ρήξη στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας, ανάμεσα στους επιγόνους του «Καραμανλικού διαφωτισμού» και τη Σαμαρική ακροδεξιά. Οι πρώτοι –έχοντας προ πολλού χάσει το «πλεονέκτημα προοδευτικότητας» που μέχρι χθες τους προσέδιδε η «κυβερνώσα αντίληψη» της ΔΗΜΑΡ και με το ΠΑΣΟΚ να έχει απολέσει πλήρως το «σοσιαλιστικό του άλλοθι» – μοιραίο είναι κάποια στιγμή να το «πάρουν πάνω» τους και να διεκδικήσουν εξ ολοκλήρου τη «φιλελεύθερη ταυτότητα» της παράταξης. Σώζοντας έτσι (εκτός από τα προσχήματα), το προσωπικό τους κύρος και το πολιτικό τους μέλλον.

Όλα αυτά βέβαια περιπλέκονται (έως και οριστικής ακυρώσεως), όταν ανακύψει το μεγάλο και θεμελιώδες ερώτημα: ποια Κεντροαριστερά; Κι εδώ ακριβώς είναι που αρχίζουν τα δύσκολα.

Για παράδειγμα: η «ταξική αναδιανομή» που επέβαλε η ορμή και η βιαιότητα της οικονομικής κρίσης (η οποία είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την ταυτόχρονη εξαφάνιση του «μεσαίου χώρου»), αφαιρεί από οποιαδήποτε προσπάθεια «ανακατάληψης» του χώρου της Κεντροαριστεράς την αίσθηση και την ουσία του αυθεντικού. Αυτός άλλωστε είναι και ένας από τους λόγους (ίσως και ο σοβαρότερος τελικά) που οι πρόσφατες «πρωτοβουλίες αναζωπύρωσης» διακατέχονται από πολιτική αμηχανία και διαπνέονται από ιδεολογικό φορμαλισμό. Ελλείψει «φυσικού ακροατηρίου» –και με τις «εμπνεύσεις» να προέρχονται «εκ των άνω» και πάντα από τους «συνήθεις υπόπτους» – όλα τα εν δυνάμει σχήματα είναι καταδικασμένα να «βράζουν» μέσα στην επανάληψη και την ανυποληψία. Πολύ περισσότερο, όταν οι κινήσεις αυτές ταυτίζονται με τη φθορά (ενίοτε και «διαφθορά») των επικεφαλής των.

Και κάπου εδώ (θέλει δε θέλει) εμπλέκεται και ο ΣΥΡΙΖΑ. Θα ακουστεί «κάπως», αλλά ίσως το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης είναι το μόνο που θα μπορούσε να «βγει» ωφελημένο από την ύπαρξη και λειτουργία μιας (τονίζω) σοβαρής Κεντροαριστεράς, διότι η παρουσία της "ρίχνει" αυτομάτως τις πολυπόθητες «γέφυρες» των μετεκλογικών συνεργασιών. Με τις εξ αριστερών «πόρτες» του ΚΚΕ να έχουν κλείσει ερμητικά, και οι «σχέσεις» με τους Ανεξάρτητους Έλληνες να μη μπορούν να βρουν τους απαραίτητους και αναγκαίους βηματισμούς, η μόνη διέξοδος για μία βιώσιμη «κυβέρνηση σωτηρίας» (γιατί, ας μη γελιόμαστε, μόνον τέτοια μπορεί να είναι πια αυτή που θα προκύψει), βρίσκεται πλέον προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κι αυτή, δεν μπορεί παρά να «δείχνει» μόνον… κεντροαριστερά.

Χρειάζεται μήπως να το ξαναπώ ότι κάπου εδώ αρχίζουν τα δύσκολα; Ένθεν κακείθεν…

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

ΤΣΑΪ ΓΙΑΣΕΜΙΟΥ ΜΕ ΔΥΟ ΑΓΙΟΥΣ



Ήταν κάτι Ήσυχα Βράδια μετά από τις συναυλίες. Οι εικόνες με τα κορίτσια να λικνίζονται ηδονικά πάνω στους ήχους από το Μπαρ το Ναυάγιο, ήταν ακόμη έντονες και σπινθήριζαν παντού τα νιάτα τους. Συνήθως βρισκόμασταν στο Down Town, στο πατάρι του μικρού «διανυκτερεύοντος» εστιατορίου που είχε ανοίξει ο συμμαθητής μου ο Αποστολίδης, κάπου εκεί απέναντι από το περίπτερο του ΕΟΤ.

Η Αρλέτα, «νυχτόβια» μέχρι λατρείας, επέμενε για το ξημέρωμα. Για μία βόλτα στην παραλία που την έλουζε η πάχνη του Νοεμβρίου, για ένα αργό πέρασμα με το άνοιγμα της ψαραγοράς και των μανάβικων του Αγίου Νικολάου, για μια στάση κοντά στο πλοίο που το ξεφόρτωναν οι λιγοστοί λιμενεργάτες. Περπατούσαμε αργά, μιλώντας για τα καπνά, τους εμπόρους που γλεντούσαν μέχρι πρωίας στο αντικρινό Φάληρο, για τον Καζαντζίδη όταν πρωτοήρθε στο Περιστέρι…

Σε μία από αυτές τις ολονυχτίες μας, με ρώτησε αν έχω διαβάσει το Σέργιο και Βάκχο του Καραγάτση. «Όχι», της είπα. «Εκτός από τον Κίτρινο Φάκελο, το Γιούγκερμαν και τα Στερνά του Μίχαλου, άλλο τίποτα». Χαμογέλασε με εκείνη την αφοπλιστική της φινέτσα και την αυστηρή της αριστοκρατία και με προέτρεψε να το βρω και να διαβάσω. «Οπωσδήποτε», μου είπε, «το συνιστώ ιδιαίτερα σε αγιογράφους…».

Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι να «βρουν» την ώρα και τη σειρά τους οι δύο Άγιοι του σπουδαίου συγγραφέα. Το βιβλίο, με το πανέμορφο εξώφυλλο που είχε ζωγραφίσει ο Ράλλης Κοψίδης, είχε κάνει ήδη το γνώριμο κύκλο ανάμεσα σε φίλους και συγγενείς, όταν έφτασε στα χέρια μου, με τις φθορές από τις δεκάδες αναγνώσεις του. Συν τις σημειώσεις στις λευκές σελίδες των οπισθόφυλλων με τα ονόματα των αυτοκρατόρων και τη σειρά που αυτοί διέσχισαν τα λαμπρά και ταραγμένα  χρόνια του Βυζαντίου. Έτσι, «ζεστό» και «οικείο», το ξεκίνησα. Και στο κάθε τσάκισμα της σελίδας που κρατούσε την επαφή μου με την επόμενη ανάγνωση, θυμόμουν πάντα εκείνο το βράδυ με την Αρλέτα. Πίνοντας που και που και κανένα Τσάι Γιασεμιού…

Ο Σέργιος και Βάκχος, λοιπόν. Οι «άγιοι–ήρωες» του Καραγάτση που περιδιαβαίνουν «αοράτως» τα γεγονότα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εξιστορώντας τη μακρά διαδρομή του Ελληνισμού, από το 250 μ.Χ. μέχρι το 1948. Δεκατέσσερις αιώνες «παρακολούθησης» από δύο χιλιοβασανισμένους μάρτυρες που «ζουν και αναπνέουν» τα έπη και τους κραδασμούς, ωσάν «ρεπόρτερ της ιστορίας». Αρνούμενοι τη «σιγουριά και την ασφάλεια» του Παραδείσου, θα επιλέξουν να «κατοικήσουν» στο ναό  που έχτισε προς τιμήν τους ο Ιουστινιανός και τον οποίο θα «χρησιμοποιούν» ως ορμητήριο των «επαφών» τους με τον κόσμο των θνητών.

Αυτό το «εφεύρημα» του Καραγάτση δίνει στα γεγονότα μία «ακατέργαστη ομορφιά», ικανή για οποιαδήποτε πρόκληση και… παρεκτροπή. Οι «άγιοί του», χαλαρωμένοι και απελευθερωμένοι από ιστορικούς και θεολογικούς «παπαγαλισμούς», θα βρεθούν αντιμέτωποι με τα πάθη των εξουσιών, με τα επιτεύγματα και τους θρύλους των αυτοκρατόρων και των πατριαρχών, με την αξιοσύνη τους και τις δολοπλοκίες τους, με την ακμή τους και την παρακμή τους… τους έρωτες, τις δολοφονίες, τις διαπλοκές, τα μίση, τους εγωισμούς τους.

Αυτή η «ανθρώπινη πλευρά» της Ιστορίας παίρνει περιπετειώδεις διαστάσεις, ένεκα των «συχνών επισκέψεων» των αγίων στα πολιτικά, θρησκευτικά και στρατιωτικά «χαρακώματα» της Ρωμιοσύνης. «Επισκέψεις» τραγικές, εύθυμες, ελπιδοφόρες, αγωνιώδεις, γεμάτες μυστήριο και εκπλήξεις. «Μέσα» στους πόλεμους, στις κατακτήσεις, στις ήττες, στις αλώσεις, στους θανάτους, στις σκλαβιές, στις επαναστάσεις, στις λευτεριές…

Και με ένα –μπορεί και μοναδικό– συμπέρασμα: Τίποτε δεν διορθώθηκε. Οι Έλληνες θαρρούν πως μπορούν να εξασφαλίσουν την ανεξαρτησία τους με χρυσάφι και όχι με αίμα. Πλάνη τραγική, που οι ερχόμενες γενιές θα την πληρώσουν με αίμα, αίμα, αίμα… Αίμα όταν θα σκλαβωθούν, αίμα όσο θα είναι σκλάβοι… κι ακόμη περισσότερο αίμα, όταν θα αγωνιστούν να ξανακερδίσουν τη χαμένη τους λευτεριά…

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ



Και τι δε κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως ήμουν σπόρος
Ντίνος Χριστιανόπουλος

Άη Στράτης. Ο παππούς Θωμάς Φιλομούζης φωτογραφίζεται έξω από ένα στρατιωτικό αντίσκηνο. Ημερομηνία, 8 Απριλίου του 1951. Πίσω της, τα όμορφα ξεθυμασμένα του γράμματα: Ενθύμιον εξορίας. Στην ανιψούλα μου Λευτερίτσα Λαμπρίδου…

Τη φωτογραφία αυτήν την πρωτοείδα πολύ μικρός. Ήμουν δεν ήμουν επτά–οκτώ χρονών όταν άρχισα να ψυχανεμίζομαι τις πρώτες οικογενειακές διηγήσεις γύρω από την ιστορία της. Αυτές που συνήθως συνοδεύονταν από μικρά και κοφτά λόγια. Από έναν μακρόσυρτο ψίθυρο, γεμάτο μυστήριο και σκοτεινιά. Ο παππούς μας (για την ακρίβεια, θείος της μάνας μου, αλλά «πατέρας» όλων μας σε εκείνο το σπίτι της οδού Μιλτιάδου) είχε επιστρέψει τσακισμένος από τον Άη Στράτη και ζούσε εκτοπισμένος σε μία απόμερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Εκεί τον βρήκε και η χούντα. Ακόμη και ανήμπορο, να τον παρακολουθούν μέρα νύχτα οι ασφαλίτες και να του απαγορεύουν κάθε επαφή με την οικογένειά του.

Με στοίχειωσε αυτή η φωτογραφία. Μέσα μου –και χωρίς να το καταλάβω– ο παππούς είχε πάρει μυθικές διαστάσεις. Έγινε σύμβολο. Ένας ήρωας κάποιων άλλων «παραμυθιών». Κι όταν μετά από πολλά χρόνια, τότε προς το τέλος της ζωής του που βρέθηκα να περπατάω μαζί του κάτω από τον Λευκό Πύργο και μου μίλησε πρώτη φορά για «το νησί», σπάραξε η καρδιά μου. Μα αυτός, ολόρθος λες μέσα στο «ιλιγγιώδες φιλμ» της ζωής του, είχε τέτοια γαλήνη στο πρόσωπο και τέτοια ομορφιά, που ο φόβος και ο θυμός έσβηναν ήρεμα μέσα στη θαλάσσια παρηγοριά του Θερμαϊκού.

Εκείνο το πρωινό άκουσα από τα χείλη του τα «μεγάλα, λαμπρά ονόματά τους». Για τους συντρόφους του ποιητές. Για τον Γιάννη Ρίτσο που ζούσε στο παραδιπλανό αντίσκηνο και ζωγράφιζε υπομονετικά πάνω στις πέτρες κάτι αρχαίες μορφές. Για τον Μάνο Κατράκη που έβγαινε στα κόκκινα ηλιοβασιλέματα και σιγοτραγουδούσε τον Ερωτόκριτο. Για τον Μενέλαο Λουντέμη που τον είδαν να ξερνάει πάνω στα βράχια το πρώτο του αίμα από τη φυματίωση. Για τον συγκάτοικό του, τον Θέμο Κορνάρο, που τους διάβαζε για ένα άλλο νησί, τη Σπιναλόγκα…

Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα. Πέθανε μετά από λίγους μήνες. Ήσυχα έφυγε, είπαν. Πρόλαβε και είδε το εγγόνι του. Τον Θωμά του. Στη κηδεία του, είχαν απαγορέψει τα πάντα. Καμία συνάθροιση, κανένας επικήδειος. Επικίνδυνος ακόμη και στον θάνατο ο παππούς. Ο παππούς μας…

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται στη μνήμη του φωτογράφου Βασίλη Μανικάκη. Στο δικό του πάθος, τη δικιά του φροντίδα και τη δικιά του αυταπάρνηση, χρωστάω αυτήν τη φωτογραφία και όλα όσα τη συνοδεύουν. Το μεγάλο και πολυσήμαντο (ιστορικά και πολιτιστικά) έργο του, είχαν την μοναδική ευκαιρία να το δουν και να το γνωρίσουν όσοι επισκέφτηκαν τον περασμένο μήνα την σπουδαία έκθεση του Αρχείου Βασίλη Μανικάκη, στη Δημοτική Καπναποθήκη.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

ΕΘΝΙΚΙΣΤΕΣ ΜΕ... ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ



Καινούριο «φρούτο εθνικισμού» (ή «λαγός» της Χρυσής Αυγής και «ουρά» της Πατριωτικής Κίνησης;) έκανε πριν λίγες ημέρες την εμφάνισή του στην κοινωνική και πολιτική ζωή της πόλης, με την επωνυμία Η Γενιά Της Ταυτότητας! Οι εμμονές και τα παραληρήματα, γνωστά: οι βάρβαροι μουσουλμάνοι, οι ραδιούργοι εβραίοι, ο πολλαπλασιασμός των κίναιδων (η προς το ελληνικότερον, των… παλιοπουσταράδων), οι προδότες αριστεροί, οι άπλυτοι αναρχικοί και ο… Σιμιτσής ο Τουρκολάγνος. Τον τελευταίο (πάντα μαζί με τον Μουριάδη), να τον φάνε, δεν τον χορταίνουν!

Τύποις «αρχηγός» αυτής της γκρούπας, φέρεται (ή αυτοσυστήνεται) κάποιος Χρήστος Μελίδης (νεοελληνιστί, Chris Melidis), την αφεντιά του οποίου ελάχιστα γνωρίζω. Τέως χεβυμεταλάς και νυν ελληναράς (συνδυασμός που ρέπει και προς… μουσικοπολιτικό μπουρδούκλωμα), φιγουράρει στις σελίδες κοινωνικής δικτύωσης με εικαστικό background καλογυαλισμένα και ετοιμοπόλεμα σπαθιά (κάτι σε… Kill Bill, αλλά στο πιο εθνομπρουτάλ), ανήκει ολοψύχως στο φαν κλαμπ των Εφέδρων των Ειδικών Δυνάμεων (αυτούς τους λες και… μπουμπούκια) και πνευματικά διαπαιδαγωγείται από τις ομάδες Ιστορίας Λάτρες και Κάλλους Φιλοσοφείν. Όπερ μεθερμηνευόμενο: τα είχαμε χύμα, μας ήρθαν και τσουβαλάτα…

Εν γνώσει μου ότι η προβολή του από εδώ τον «ανεβάζει επίπεδο», σπεύδω να καταθέσω μία πρόσφατη facebookική εμπειρία μαζί του, ελάχιστες μέρες μετά την  παρουσία στο Ράδιο Νεάπολις (όπου ο ίδιος εργάζεται ως ηχολήπτης, εκφωνητής ειδήσεων και μουσικός παραγωγός) του χρυσαυγίτη βουλευτή Αρτέμη Ματθαιόπουλου. Παρακάμπτω το γεγονός του ενθουσιασμού που σκόρπισε στον Chris Melidis η παρουσία του έτερου χεβυματαλά (και υμνητή του Άουσβιτς) νεοναζιστή βουλευτή, παρακάμπτω το ότι η δικιά μου πρόσκληση σε αυτήν τη «συζήτηση» έγινε χωρίς να υπάρξει η παραμικρή ενημέρωση για τον αριθμό και την ταυτότητα των συνομιλητών μου, παρακάμπτω και το ότι για άλλα μου ζητήθηκε να μιλήσω (και δέχθηκα) και σε εντελώς άλλα βρέθηκα να συμμετέχω. Προφανώς, για έναν εκκολαπτόμενο «εθνικόφρονα ακτιβιστή», αυτά όλα είναι ψιλά γράμματα, αλλά ας τα έχει υπ’ όψιν του. Πού ξέρεις…

Σε αυτήν τη συζήτηση λοιπόν, ο δημοσιογράφος Θανάσης Γκόρδης (ο λατρεμένος των εγχώριων «πατριωτών») έθεσε ένα «ύπουλο ερώτημα» (το ερμηνεύεις και ως «πλάτη» στο φασιστικό κρεσέντο του βουλευτή), με το οποίο συνέδεε στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ να παρευρίσκονται στη δίκη της 17 Νοέμβρη ως μάρτυρες υπεράσπισης των μελών της. Στην άμεση (και ομολογώ επιθετική) αντίδρασή μου στα ιστορικά ψεύδη του κυρίου Γκόρδη και για να μην αιωρούνται οι λάσπες από τον ανεμιστήρα της ιδεολογίας του, πρότεινα τη συνέχεια της συζήτησης για την επαύριο, ούτως ώστε να υπάρχει η δυνατότητα στον ίδιο να προσκομίσει τα στοιχεία που εκείνη την ώρα τού «διέφευγαν» κι εγώ αμφισβητούσα. Φευ! Ο κύριος Γκόρδης επανήλθε εντός ολίγων λεπτών «δίνοντας» αυθαίρετα στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ (της συνιστώσας Ρόζα, όπως μεγαλοπρεπώς ανέφερε), στηριζόμενος (και πάλι) σε στοιχεία ακροδεξιών site (antinews, defencenet) και διάφορων πολιτικών περίγελων (βλέπε Τζήμερος), χωρίς (ως δημοσιογράφος θα όφειλε) να ανατρέξει στα επίσημα πρακτικά της δίκης για να στηρίξει τις «υποθέσεις» του. Παρ’ όλα αυτά –και με τη δημοσιογραφική δεοντολογία να έχει υποστεί ποικίλους όσους τραυματισμούς– έθεσα τον εαυτό μου στη διάθεση του κυρίου Δεληγιάννη για την εκπομπή της επόμενης ημέρας, ούτως ώστε να δοθούν εκεί οι τελικές εξηγήσεις.

Φευ δις! Το «ραδιοφωνικό στασίδι» ήταν κρατημένο μόνο για τον κύριο Γκόρδη, ο οποίος με «κατακεραύνωνε» με την άνεση που του παρείχε ο μονόλογος του μικροφώνου και οι… αβάντες της παραγωγής. Τουτέστιν, με… ρήμαξε στα επιχειρήματα.

Το «μίνι πραξικοπηματάκι» το πληροφορήθηκα λίγες ημέρες αργότερα μέσω του (ellinara) Chris Melidis, ο οποίος –μέσα στο μεγάλο του ενθουσιασμό για τα «κατατροποτικά» του κυρίου Γκόρδη– μου «την βγήκε» (και καλά) με την εξόχως δημοκρατική προτροπή να παραιτηθώ πάραυτα από τη δουλειά μου, διότι είμαι και ψεύτης και συκοφάντης!

Όταν όμως στο διάλογο που ακολούθησε μαζί του στο facebook, απέδειξα ότι τα όσα καταλόγιζε ο προσωπικός του φίλος που τον γνωρίζει χρόνια και ξέρει την ακεραιότητα και αντικειμενικότητα του χαρακτήρα του («αντικειμενικό χαρακτήρα» πρώτη φορά εγώ, αλλά οκέι…), ο Chris Melidis την «έκανε» με ελαφρά πηδηματάκια. Κοινώς, μούγκα…

Αυτά τα ανιστόρητα, φανατικά και βαθύτατα αντιδημοκρατικά άτομα, συγκροτούν σήμερα τις «ομάδες κρούσεις» ενός ακραίου κοινωνικού φασισμού που εκδηλώνεται με τη γνωστή «ποικιλία» των νεοναζιστικών ακροτήτων. Άνθρωποι του «πολιτικού περιθωρίου» που εκτρέφονται από τον λαϊκισμό και την απέχθεια για οτιδήποτε διαφορετικό, άνθρωποι αδίστακτοι μέσα στην εξαλλοσύνη της πολιτικής τους νιότης, αλλά και από την υπεροψία της αμάθειάς τους και την αλαζονεία του φέροντα τη «μοναδική αλήθεια», πλειοδοτούν σε «πατριωτισμούς», λοιδορίες και μίσος. Ποικιλοτρόπως και κατ’ εξακολούθηση.

Για να μη βρεθούμε λοιπόν «προ εκπλήξεων» (καθότι και το «έδαφος στρωμένο») και για να μην παριστάνουμε «κατόπιν εορτής» τους ανήξερους και τους αιφνιδιασμένους (σαν εκείνους που πέφτουν κατά καιρούς από τα σύννεφα), απαιτείται μία άμεση και διαρκής συλλογική δημοκρατική απάντηση.

Χθες! Γιατί σήμερα θα είναι πολύ (μα πολύ) αργά!

Υ.Γ.:
Επειδή δε μου αρέσει καθόλου να αφήνω «πολιτικά κενά» (ή… δημοσιογραφικές τόγκες), σε όσα θίγω και επικαλούμαι, πληροφορώ τα εξής: τα στελέχη του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ τα οποία κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης στη δίκη της 17 Νοέμβρη ήταν ο καθηγητής Βένιος Αγγελόπουλος, ο Δημήτρης Στρατούλης, ο γιατρός Νίκος Μανιός, ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος και ο Παναγιώτης Λάμπρου. Ο πρώτος με την κατάθεσή του, απλά αποσυνέδεσε τον Γιωτόπουλο από το ρόλο του αρχηγού της 17Ν, οι επόμενοι δύο ήταν μάρτυρες υπεράσπισης του Γιάννη Σερίφη ο οποίος τελικά αθωώθηκε, ο Χριστόφορος Παπαδόπουλος ποτέ δεν υπερασπίστηκε τον (ισοβίτη) Ηρακλή Κωστάρη, αφού η κατάθεσή του αφορούσε μόνο στην άποψή του για την «παραβίαση του κράτους δικαίου» και (περιέργως πώς) ποτέ δεν ολοκληρώθηκε μετά από παρέμβαση του δικαστηρίου. Και τέλος, ο Παναγιώτης Λάμπρου ήταν μάρτυρας υπεράσπισης του Ηρακλή Κωστάρη, στο Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, όπου κατέθεσε πως δε γνωρίζει αν ο κατηγορούμενος είχε ή όχι σχέση με τις τρομοκρατικές ενέργειες της 17 Νοέμβρη, «μεταφέροντας» ουσιαστικά την άποψη ότι η εμπλοκή του έχει σχέση με την προσπάθεια εμπλοκής του Γιάννη Σερίφη.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

ΚΟΡΔΕΛΕΣ ΥΠΟΚΡΙΣΙΑΣ

Θαύμα, θαύμα! Εμφανίστηκε (και φτου μην τη ματιάσω δηλαδή) η Δημοτική Επιτροπή Νεότητας (η φέρουσα και τον υπότιτλο Νεολαία Εθελοντισμού και Ανάπτυξης Καβάλας), καλώντας μας στη δεύτερη… υπερπαραγωγή της! Εν προκειμένω, σε αυτήν την «επικοινωνιακή σάχλα» με τις κόκκινες κορδελίτσες που κρεμάνε στο πέτο τους οι «εθελοντές» και οι «ευαίσθητοι», την Παγκόσμια Ημέρα Κατά του AIDS! Κι επειδή η φαντασία τους καλπάζει, μας προέτρεψαν (καθότι και μόδα) και σε δημόσιο θεατρικό δρώμενο! Να γίνουμε, είπαν, μία «ανθρώπινη κόκκινη κορδέλα»! Με δύο λόγια, της πρωτοτυπίας το ανάγνωσμα!
 
Βγήκαν, που λέτε, κάτι καλοζωισμένοι νέοι από την εν λόγω Δημοτική Επιτροπή, έδωσαν συνέντευξη Τύπου (όχι που θα τη γλυτώναμε), διάβασαν κάτι «ανησυχητικά» στατιστικά στοιχεία, μας είπαν και ότι πρέπει να «επαγρυπνούμε» και… τέλος! Αποστολή εξετελέσθη…
 
Σωπάστε, καλά μου! Το ρίξατε στα ενημερωτικά χάπενιγκ την ώρα που οι οροθετικοί πετιούνται έξω από τα νοσοκομεία; Την «είδατε» και καλά «συγκίνηση και αγωνία» τη στιγμή που οι φυλακές και τα δικαστήρια έχουν φρακάρει από τις οροθετικές γυναίκες; Πού ήσασταν, ορέ λεβέντες, όταν ο (δικός σας;) Λοβέρδος έριχνε στους «κρατικούς καιάδες» τις εκδιδόμενες πάσχουσες, διαπομπεύοντας και στιγματίζοντάς τες για όλη τους τη ζωή; Πού αρμενίζατε όταν τα αγαπημένα σας κανάλια λιντσάριζαν καθημερινά τα πονεμένα τους σώματα και τις άδειες τους ψυχές; Πού σαλιαρίζατε όταν η ελληνική κοινωνία κανιβάλιζε ομαδόν μπροστά στον «κίνδυνο» της «υγειονομικής βόμβας» που κρέμασε (ως άλλο «κίτρινο άστρο») πάνω στα ταλαιπωρημένα τους κορμιά η κυβέρνηση Παπαδήμου; Και στο πιο «κοντινό» μας: πού είχατε εξαφανιστεί τότε που οι αντιεξουσιαστές πρόβαλαν το συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ Ερείπια της Ζωής Μαυρουδή;
 
Πουθενά δεν ήσασταν. Κι ούτε σας ένοιαζε. Θέαμα ήταν για σας και πέρασε. Είδηση των Οκτώ! Σχόλιο του Πρετεντέρη και του Τσίμα. Ποιος ρατσισμός, ποια ομοφοβία, ποια γκέτο, ποιο περιθώριο, ποια πορνεία. Το «θέμα» ψάχνατε να βρείτε, να «ξεπλύνετε» το ρόλο σας. Και βρήκατε το «εύκολο». Το αβανταδόρικο. Το φλούφλικο… Την κορδέλα! Αυτήν που θα σας έβγαζε από τη συλλογική σας αφάνεια και το θεσμικό σας λήθαργο. Και μεταξύ μας; Που θα σας βοηθούσε και λίγο να στήσετε κάτι από την κοινωνική σας καριέρα. Το «πολιτικό σας αύριο». Την επαγγελματική σας σταδιοδρομία.
 
Φως φανάρι η ψευτιά και η υποκρισία. Μπαμ κάνει. Κι αυτά τα τσαλαβουτήματα με τις τηλεκατευθυνόμενες κρυάδες και τους παιχνιδιάρικους συμβολισμούς, πουλήστε τα αλλού. Παλιό το «κόλπο» και το πιάσαμε. Χορτάσαμε από ακτιβισμούς του σαλονιού. Από απολίτικα σαψαλίκια. Από επετείους απονεχοποίησης. Απλά είναι τα πράγματα: απέναντι στην πιο μεγάλη πολιτική ασθένεια της παγκόσμιας ιατρικής ιστορίας, η απάντηση δεν μπορεί να είναι το ξενέρωμα μιας «ανθρώπινης κόκκινης κορδέλας».
 
Το γνωρίζω αρκετά καλά. Οι νέοι –όλοι οι νέοι– έχουν κάθε δικαίωμα στο λάθος, την ελαφρότητα, την υπερβολή, την αφέλεια. Όλοι «περάσαμε από τα χρόνια τους» και όλοι, λίγο–πολύ, τις βιώσαμε τις «παρενέργειες της νιότης». Με τους νέους όμως που απαρτίζουν την Επιτροπή Νεότητας του δήμου (ασχέτως του «πολιτικού τρόπου» με τον οποίο αυτή δημιουργήθηκε), τα δεδομένα αλλάζουν από την στιγμή που η «ατομική τους ενέργεια» διαχέεται στο «συλλογικό παράδειγμα» και γίνεται «θεσμικό πρότυπο». Εξ αυτού (και μόνον) η κριτική αποκτά άλλο περιεχόμενο και (φυσικά) δεν προσωποποιείται. Εδώ (ή σωστότερα «και εδώ»), η ευθύνη βαραίνει αποκλειστικά τη διοίκηση του δήμου. Δικό της «δημιούργημα είναι η Επιτροπή, δικά της και τα… απόνερα. Και μην ακούσω τώρα τίποτε περί «αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας» της, γιατί λίγο θέλω για να σαλτάρω και να βγω με… κορδέλα!

Δείτε εδώ http://tvxs.gr/news/sinema/online-premiera-stin-ert-gia-ntokimanter-ruins-ereipia το ντοκιμαντέρ της Ζωής Μαυρουδή  ΕΡΕΙΠΙΑ - Οροθετικές γυναίκες. Το χρονικό μιας διαπόμπευσης