Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

...ΜΕΡΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ



Μετά την Ολλανδία, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ουρουγουάη και την Ουάσιγκτον, το Κολοράντο έγινε από την περασμένη εβδομάδα η έκτη περιοχή στον «ειδικό χάρτη» της παγκόσμιας γεωγραφίας όπου η μαριχουάνα μπορεί να πωλείται ελεύθερα στην αγορά και για ψυχαγωγικούς λόγους! Άσχετα με τις νομικές διαφορές που επικρατούν σε κάθε χώρα (και που, συνήθως, έχουν να κάνουν με το ύψος της διαθέσιμης ποσότητας και τον τρόπο χρήσης), αυτό που πρέπει να κρατήσουμε ως δεδομένο είναι ότι η κάνναβη (παράγωγο της οποίας είναι η μαριχουάνα και το χασίς) παίρνει σιγά–σιγά την «πολιτική της ρεβάνς», αποκαθιστώντας μαζί και το «κοινωνικό της προφίλ». Αυτό που στερήθηκε από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘30, εξ αιτίας των τεράστιων οικονομικών συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών που κρύβονταν πίσω από την απαγόρευσή της.

Μπορεί τα Μέσα Ενημέρωσης (εθισμένα συνήθως στις επικοινωνιακές ελαφρότητες) να εστίασαν αποκλειστικά στις «ουρές» που σχημάτιζαν οι κάτοικοι του Ντένβερ για να προμηθευτούν τα πολυπόθητα «28 γραμμάρια του Χόρτου του Θεού», μπορεί η είδηση να «εμπλουτίστηκε» ακόμη και με άσχετες ψυχεδελικές σκηνές από ροκ φεστιβάλ (δείγμα κι αυτό της σαχλότητας που διέπει τα δελτία ειδήσεων), μπορεί γενικά να υπήρξε μία «φολκλορική διάθεση» στον τρόπο μετάδοσης της ιστορικής απόφασης της Πολιτείας του Κολοράντο, αλλά το γεγονός αυτό καθ’ αυτό συντελεί με τον τρόπο και τη δυναμική του στο να απομυθοποιηθούν δεκάδες ανοησίες και υπερβολές που συνδέονται με τη χρήση της κάνναβης.

Ωστόσο, το πρόβλημα με την κάνναβη δεν είναι η «φιλοσοφική της δικαίωση», αλλά το πώς θα ανατραπεί η λανθασμένη και άκρως αντιεπιστημονική αντίληψη που τη συνοδεύει (και τη στιγματίζει). Στην ουσία, το πώς θα αρθεί η «πολιτική της απαγόρευσης». Δυστυχώς, το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο στην Ελλάδα (με την υπογραφή Ρουπακιώτη, παρακαλώ) εξακολουθεί να χαρακτηρίζει την κάνναβη «ναρκωτική ουσία» και να τη συμπεριλαμβάνει στις υπό διωγμό ψυχοτρόπες ουσίες, αγνοώντας ετσιθελικά την ίδια την πραγματικότητα και πηγαίνοντας κόντρα σε κάθε ιστορική, πολιτική, ιατρική αλλά και εμπειρική τεκμηρίωση.

Τι μας «λέει» αυτή η πραγματικότητα; Πρώτον, ότι για χιλιετίες ολόκληρες η χρήση (και η χρησιμότητα) της κάνναβης ήταν απόλυτα «κοινωνικοποιημένη» και έπαιζε καθοριστικό ρόλο στην επιβίωση του ανθρώπου ως πηγή ενέργειας, διατροφής και ένδυσης, αλλά και ως θεραπευτικό και ευφορικό μέσο. Δεύτερον, ότι η «τύχη» της  κρίθηκε με βάση το συνδυασμό των πολιτικών, οικονομικών και τεχνολογικών αλλαγών που συντελέστηκαν στα χρόνια του ‘30. Και τρίτον, ότι τα «πλούσια ελέη» της, την καθιστούσαν υπολογίσιμο (αν όχι μοναδικό) ανταγωνιστή των προϊόντων πολλών βιομηχανικών κλάδων, με ό,τι αυτό μπορούσε να σημαίνει για τα συμφέροντά τους.

Τυχαίο άραγε που η απαγόρευση της κάνναβης (ταυτόχρονα με την εμφάνιση του Ομοσπονδιακού Γραφείου Ναρκωτικών των ΗΠΑ) συμπίπτει με τη δυνατότητα της φαρμακοβιομηχανίας να παράγει μαζικά χημικά προϊόντα (άρα και κάθε είδους… ηρεμιστικά); Τυχαίο που με την απαγόρευσή της «τερματίζει» και η περίοδος της ποτοαπαγόρευσης; Τυχαίο που η κατασκευή μηχανών υψηλής τεχνολογίας για την παραγωγή χαρτιού από τη δασική (πια) ξυλεία συνδέεται με το μονοπωλιακό (και… χορηγικό) συγκρότημα Hearst; Τυχαίο που κάπου εδώ χρονικά αρχίζει και η μαζική εισαγωγή στην αγορά των προϊόντων της πετροχημικής βιομηχανίας και του νάιλον;

Με αυτά τα δεδομένα, η «επικινδυνότητά» της κάνναβης έπρεπε να πάρει διαστάσεις… τρόμου, για να μπορεί η απαγόρευσή της να έχει και την απαιτούμενη κοινωνική συγκατάθεση. Αποτέλεσμα; Όλη η αντιναρκωτική εκστρατεία η οποία βασίστηκε πάνω στο ψέμα και την υπερβολή, θα δημιουργήσει εκατόμβες θυμάτων ένεκα των παράλληλων επιπτώσεων (διαπόμπευση, δίκες, φυλακίσεις, εξάρτηση από την μαύρη αγορά, κ.α.), θα θέσει σε απόλυτη λειτουργία το πιο ανθοφόρο (και συνεχώς εξελισσόμενο) έγκλημα και τέλος, θα γίνει η αιτία να ξοδεύονται αλόγιστα τρισεκατομμύρια δολάρια για την (υποτιθέμενη) πάταξη των ναρκωτικών.

Ας μη γελιόμαστε. Ένα καθ’ όλα φυσικό προϊόν με δεκάδες ωφελήματα στην υγεία, την οικονομία και το περιβάλλον, που τόσο απλόχερα παρέχεται από τη «μητέρα φύση» (άρα και… δωρεάν), ήταν αδύνατον σε συνθήκες άκρατου καπιταλισμού να μην τεθεί υπό τον απόλυτο έλεγχο των κρατικών και εθνικών μηχανισμών που τον εκπροσωπούν. Και κάπως έτσι, ένα φυτό που η καλλιέργεια και η χρήση του αυτορυθμιζόταν ιδανικά από τις ίδιες τις ανθρώπινες κοινωνίες, μεταμορφώθηκε εν μία νυκτί σε έναν δαίμονα που σκορπούσε φόβο και αποτροπιασμό.

Για όλα αυτά (ή και για άλλα τόσα που δεν είναι της στιγμής), απόλαυσα ιδιαίτερα το τελετουργικό στο Κολοράντο, το Ντένβερ, το Μπόλντερ, το Άσπεν… Γιατί απλά ήταν άλλη μία (μικρή, έστω) νίκη απέναντι στην υστερία και την αμορφωσιά. Μία νίκη απέναντι στους καθημερινούς φασισμούς. Και παρ’ ότι φανατικός αντικαπνιστής, δε θα έλεγα όχι σε μία «τζούρα αλληλεγγύης και συμβολισμού».

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Ε ΝΑΙ, ΤΣΑΝΑΚΑ!



Για περιμένετε, γιατί θα λαλήσουμε στο τέλος. Τώρα δηλαδή τίθεται θέμα επιλογής υποψηφίου δημάρχου ανάμεσα στην Τσανάκα, τον Κλειτσιώτη και τον Αντωνιάδη; Τόσο στούρνοι είναι εκεί στην τοπική Νέα Δημοκρατία που κάθονται κοτζαμάν (πολιτικοί) μαντράχαλοι και κάνουν δημοσκόπηση για το ποιος ή ποια θα είναι επικεφαλής του κόμματός τους στις Δημοτικές Εκλογές; Είναι με τα καλά τους; Δε βλέπουν τι ειρωνεία (και γιούχα) πέφτει στο διαδίκτυο κάτω από την είδηση ότι ο βουλευτάκος της το «πάει» για δήμαρχος; Δεν έτυχε να προσέξουν ποτέ πως όταν πάει να ανοίξει το έρμο του το στοματάκι ο Αντωνιάδης γελάει και το παρδαλό κατσίκι; Ακόμη προβληματίζονται;

Ε ναι, αν δεν το έχουν αντιληφθεί, να προστρέξω: Τσανάκα και χωρίς δεύτερη σκέψη και κουβέντα. Και μεταξύ μας; Τιμή τούς κάνει η Δήμητρα και απορώ για την υπομονή της που, αντί να τους βροντήξει την πόρτα και να τους στείλει τα χαιρετίσματά της, κάθεται και ανέχεται τα «αδειάσματα» και τους παραγοντισμούς του κάθε μέτριου και πικραμένου. Αναφανδόν με τη γιατρό λοιπόν και ας υπολογίσουν από τώρα την ψήφο μου στο αναμενόμενο γκάλοπ.

Οι λόγοι, πολλοί…

Πρώτα απ’ όλα, η Τσανάκα είναι μια «μεγάλη αλήθεια». Καμία προσποίηση στις συναναστροφές της, κανένας θεατρινισμός, κανένα «δήθεν». Ατόφια, λαϊκή, αυθόρμητη και «έξω καρδιά». Ούτε υφάκι, ούτε σαλτανάτια, ούτε μαμουνιές. Γήινη, λιτή και προσγειωμένη. Κι αν το κριτήριο για να συμπαθήσεις και να αγαπήσεις έναν άνθρωπο είναι η διάθεση που σου «φτιάχνει» ώστε να καθίσεις μαζί του και να πιεις ένα κρασί, με τη Δήμητρα ανοίγω μπουκάλια! Μάλαμα και ψυχούλα μαζί…

Δεύτερον, στο πολιτικό σκέλος της προσωπικότητάς της, η Τσανάκα αποδεικνύει με τους τρόπους και τις συμπεριφορές της ότι είναι ένα βαθύτατα δημοκρατικό, τίμιο και μετρημένο άτομο. Κι αυτή η διάσταση του χαρακτήρα της αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία (συμβολική και ουσιαστική), αν αναλογισθούμε ότι ο κομματικός της χώρος ελάχιστα «επενδύει» σε αυτές τις τρεις (προαπαιτούμενες για κάθε αιρετό) αρετές. Μην πω ότι τις έχει και στο… πέταμα.

Δε χρειάζεται να πάμε μακριά για να διαπιστώσουμε αυτά της τα προτερήματα. Δείτε μόνον πόσο κόσμια και δεοντολογικά αντέδρασε στα όσα άθλια και απροκάλυπτα μηχανεύτηκε εις βάρος της ο κενολόγος (τώρα και… πονηρούλης) Κλειτσιώτης, αλλά και στη μέχρι τώρα «κάλυψη» που του παρέχει «ανεπίσημα» η ΝΟΔΕ Καβάλας, για να καταλάβατε πόσο σεμνά, αγνά και ειλικρινά αντιλαμβάνεται η ίδια τις εσωκομματικές λειτουργίες.

Και τρίτον, η Δήμητρα είναι ένας ανοιχτός, ελεύθερος και ανιδιοτελής άνθρωπος. Κι αν θέλετε, με τα δικά μου «ιδεολογικά μέτρα», κάλλιστα θα μπορούσε να ανήκει και στην Αριστερά! Το ότι με βάση αυτά που βλέπει και με αυτά που έχει υποστεί, επιλέγει ακόμη να βρίσκεται στη Σαμαρική Δεξιά, με προδιαθέτει για το ένα και μοναδικό αρνητικό που μπορώ να της προσάψω: την τάση της να ανέχεται, να συμβιβάζεται και να υποχωρεί.

Το μέχρι πότε, καλείται να το απαντήσει η ίδια. Έτσι κι αλλιώς, θα τις δοθούν αρκετές αφορμές…

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΚΑΡΝΑΒΑΛΟΣ



Δεν ξέρω από ποια «κινηματικά αζήτητα» τον «ψώνισαν» αυτόν τον Διαμαντόπουλο και τον «φορτώθηκαν» εκεί στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά μετά και από τα όσα ιλαροτραγικά συνέβησαν στο Άργος Ορεστικό της Καστοριάς, καλούνται να τον «μαζέψουν» πάραυτα! Όχι για τα προσχήματα και για το θεαθήναι, αλλά για την ουσία. Και, πάνω απ’ όλα, για να προφυλάξουν το ήθος και την αισθητική της Αριστεράς. Τη σοβαρότητα και το μέτρο της. Το κύρος και τη συνέπεια των λόγων της. Αυτά όλα που με τόσο άκομψο και χυδαίο τρόπο υπονόμευσε (μην πω εξευτέλισε) ο βουλευτής–καρνάβαλος!

Ούτως ή άλλως, το πρόβλημα με το γούστο του Διαμαντόπουλου (κάτι ανάμεσα σε Σεφερλή και βιντεοταινία του ‘80) δε θα μπορούσε να είναι μια προσωπική υπόθεση, αφού οι συμπεριφορές (και οι… εμφανίσεις του) αντανακλούν και στο πολιτικό περιεχόμενο του κόμματος που εκπροσωπεί. Γι’ αυτό, όσο τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επιμένουν να σπρώχνουν τη «σκόνη» της ημιμάθειας, του θράσους και της αμετροέπειάς του, κάτω από το «χαλί των ισορροπιών», πολύ φοβάμαι ότι οι συνέπειες από δω και πέρα θα είναι άκρως… αποκριάτικες.

Όμως, όσο οι μέρες κυλάνε χωρίς την παραμικρή αντίδραση από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τόσο η «επίσημη σιωπή» του θα μοιάζει να συναινεί με τις «διονυσιακές» εκτροπές του βουλευτή και, το χειρότερο, να «καλύπτει» και τα αστεία επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο εν λόγω για να απαντήσει (η λέξη σε πολλά εισαγωγικά) στον Μητροπολίτη Σιατίστης Παύλο. Γιατί, πέρα από τη δημόσια συγνώμη που όφειλε να ζητήσει ο ίδιος ο Τσίπρας από τον Ιεράρχη–σύμβολο του αντιφασιστικού κινήματος, έπρεπε να τον είχε αποδομήσει (μην πω και να τον «ξετινάξει») ιδεολογικά σε σχέση με τα όσα «κουλά» περιέγραψε στη γεμάτη από «ξερολιές» επιστολή του.

Δυστυχώς, επτά ολόκληρες ημέρες μετά το αλήστου μνήμης… παρατράγουδο και από τον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Κανείς «πρωτοκλασάτος» και «λαλίστατος» για να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Να μας «διαφωτίσει», βρε αδελφέ, και να μας απαντήσει: ποια σχέση μπορεί να έχει η σάτιρα (τουλάχιστον έτσι όπως την «εννοεί» η αισθητική της Αριστεράς) με τον ευτελισμό και τη διακωμώδηση που διά του «τρόπου Διαμαντόπουλου» επιχειρήθηκε μέσω μίας πολύ ιδιαίτερης και «ευαίσθητης» σχέσης των πιστών με την Εκκλησία τους; Δεν ήταν βάναυση η προσβολή (από την εικόνα και μόνο) που υπέστη το ιερότερο Μυστήριο της Ορθοδοξίας; Κι αλήθεια, ήταν πιο προσβλητικό αυτό που τόλμησε για τη Ζωή Κωνσταντοπούλου και τη Ραχήλ Μακρή ο Χαντζόπουλος στα Νέα (που ανάγκασε μάλιστα τον ΣΥΡΙΖΑ να αντιδράσει με επίσημη ανακοίνωση) από αυτά που «κατάφερε» ο διασκεδαστής… παπα–Βαγγέλης;

Ο οποίος –χωρίς καμία συναίσθηση του πνευματικού του μεγέθους και με στόμφο «εκατό επαναστατών»– θα τολμήσει και το κορυφαίο. Το αντιγράφω: Όλα τα παραπάνω (αναφέρεται στα όσα του καταλογίζει ο Μητροπολίτης Σιατίστης) όντως συνιστούν μια διαφορετική αντίληψη περί πολιτισμού, σε αντίθεση με το “δικό μου” πολιτισμό που χαρακτηρίζεται από την αποδοχή του διαφορετικού, τον σεβασμό στην θρησκευτική, σεξουαλική, πολιτική επιλογή του καθενός -αρκεί αυτή να μην στρέφεται κατά του ανθρώπου- την ελευθερία έκφρασης της οποίας το απόγειο παραμένει η σάτιρα και ο αυτοσαρκασμός.

Αφήνω κατά μέρος τον «δικό του πολιτισμό» και ρωτάω: από πότε η «ελεύθερη έκφραση» ταυτίζεται με τη λοιδορία; Από πότε ο αυτοσαρκασμός (;) γίνεται το μέσο για να ειρωνευτούμε την πίστη του άλλου; Και η σάτιρα; Ποιος του είπε του Διαμαντόπουλου ότι δεν έχει όρια και κανόνες; Ότι δεν περιέχει σεβασμό και ευπρέπεια; Και εν τέλει, αν δεν μπορεί ο ίδιος να καταλάβει τη διαφορά της Αριστεράς από το Δελφινάριο, καιρός είναι κάποιοι να του τη μάθουν.

Αν μπορούν…

Επί του πιεστηρίου:
Τελικά, το βράδυ μεταξύ Θεοφανείων και Άη Γιαννιού, εδέησε να «αποφανθεί» ο ΣΥΡΙΖΑ διά του υπευθύνου της Θεματικής Επιτροπής Θρησκευμάτων του κόμματος Μάκη Λυκόπουλου, υποβιβάζοντας ουσιαστικά το θέμα στην κατηγορία… βγαίνουμ’ από την υποχρέωση! Για τη δεοντολογία του πράγματος, επισυνάπτω τη δήλωση: O σεβασμός κάθε θρησκείας και του θρησκευτικού συναισθήματος των πολιτών είναι βασική αρχή που διαχρονικά υποστηρίζει και υπηρετεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Κάθε άλλη συμπεριφορά ενσυνείδητη ή ασυνείδητη, που προσβάλλει τα Ιερά Μυστήρια οποιασδήποτε θρησκείας, και συνακόλουθα τους πιστούς της δεν υπηρετεί  την παραπάνω αρχή και  δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Και ζήσανε αυτοί καλά και ‘μεις… στενάχωρα!

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ



Κατάλευκη η σελίδα μου
Το μελάνι μου αραιό πολύ
Η μέρα αντιστεκόταν στην γραφή
Όσων η νύχτα επινοεί…

Ο πρώτος μου απογαλακτισμός από το έντεχνο ελληνικό τραγούδι (και το αδιάκριτο μεταπολιτευτικό overdose που το συνόδευε) συντελέστηκε με τη συνδρομή τριών μυθικών άλμπουμ. Του «αιρετικού» και μνημειώδους Desire του Bob Dylan, του ανεκτίμητου και ανοιχτόκαρδου Astral Weeks του Van Morrison και του εμπύρετου και λάγνου Various Positions του Leonard Cohen.

Για κάποιον περίεργο λόγο, και τους τρεις –και από τότε λατρευτούς και αγαπημένους μου εσαεί– τούς συνέδεε ένα μυστικό «ποιητικό νήμα» που ερχόταν απευθείας από τα ακούσματα του Χατζιδάκι, του Μίκη, του Σαββόπουλου, του Ξαρχάκου, του Μούτση, του Μικρούτσικου… Στη στιχουργική τους παλιγγενεσία «ακουμπούσαν» αδιόρατα η γονιμότητα της Μυρτιώτισσας και της Σαπφούς, ο συμπαντικός Γκάτσος και ο καθηλωτικός Ρίτσος, ο «αναιδής» Μπίρμαν και ο θωπευτικός Χικμέτ. Γι’ αυτό και η «μετάβαση»… εις την δύσην, δεν είχε καμία ταλάντευση, κανέναν ενδοιασμό και κανένα πισωγύρισμα. Ίνα διά αυτού επιβεβαιωθεί και η οικουμενικότητα της τέχνης!

Κι αν με τον Dylan και τον Morrison βρήκε φωτεινό διέξοδο η περιπλανώμενη «αήττητη ήττα» μου, με τον Cohen ανασυστάθηκαν οι σχέσεις μου με τις «εξόριστες νύχτες». Αποτέλεσμα; Το Various Positions (και, λίγο αργότερα, το «σκοτεινό» και «μη μου άπτου» I’ m Your Man) έπαιρναν φωτιά κάθε βράδυ στα πλατό του Kino Bar. Ύστερα, το προφητικό και άκρως πολιτικοποιημένο The Future βρήκε ασφαλές καταφύγιο στο εκλεκτό κοινό του Χαμάμ (μόνιμη «παραγγελιά» του αδικοχαμένου Θωμά Μέλισσα), ενώ το μυθικό Suzanne, τραγουδισμένο από την παιδούλα Judy Collins, επανήλθε αγέρωχο και κατευναστικό στο ανυπέρβλητο Νησί του Γιώργου Σιμίτα…

Η αγάπη, η μοναξιά, η αναζήτηση, οι υπαρξιακές μας αγωνίες, «ντύνονταν» από τον Cohen με το μουσικό ημίφως ενός καμπαρέ. Λικνίζονταν πάνω σε περιορισμένες οκτάβες, σκορπώντας μία αίσθηση «νηφάλιου ερωτισμού». Στις «νωχελικές» του μπαλάντες μπορούσες να αφουγκραστείς τους πόθους ενός ακατοίκητου σώματος. Να περιπλανηθείς ανέστιος μέσα στα ραγίσματα των αχάρακτων οδών. Να βρεις τα περάσματα μιας ματαίωσης. Το σκοτεινό σου είδωλο. Μια στιγμή που αφέθηκε στην τύχη της… Τους απόντες που επιμένουν.

Μετά από πολλά χρόνια –και με την ωριμότητά μου σε πλήρη ταλάντευση– ξανασυναντάω τον ευπατρίδη Cohen στο λιτό και συνάμα περίτεχνο Βιβλίο του Πόθου. Εκεί όπου αστράφτει η μελαγχολία της ποίησής του. Που σε κυκλώνουν οι ηδυπαθείς και ασάλευτες γυναίκες του. Εκείνοι οι «υπέροχοι απόκληροι». Τα πράγματα που ζητάνε μια δόση αφορμής. Ένα έλεος για να μας επαναφέρει…

Το Βιβλίο του Πόθου διαβάζεται με την ίδια κατάνυξη που ακούς το Hallelujah. Το κάθε γύρισμα των σελίδων του ισοδυναμεί με το αεράκι που φέρνει το Thousand Kisses Deep. Και κάπως έτσι, οι λέξεις του θα χοροπηδούν λαχταριστές και ημίγυμνες πάνω στο χυμώδες και μεθυστικό Dance me to the End of Love

Το Βιβλίο του Πόθου με ποιήματα και σχέδια του Leonard Cohen κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 2006 και εκδόθηκε στα ελληνικά τον Μάρτιο του 2008 από τις εκδόσεις Ιανός. Την μετάφραση έκανε η Ιωάννα Αβραμίδου.

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΜΙΑΣ ΧΡΟΝΙΑΣ...



Είχε έρθει άκεφη και μουντή. Στερημένη από ζωντάνια και ελπίδα. Από χαραμάδες ονείρων. Από ξέφωτα αισιοδοξίας. Τώρα, μετά από τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες πορείας, φεύγει μέσα σε πέπλα αιθαλομίχλης και πνιχτής βουβαμάρας. Πάνω σε ράγες που τρίζουν τα ετοιμόρροπα.

Μα πάλι, σκέφτομαι από την αρχή και λέω: εμείς δεν την κατοικήσαμε κι αυτήν τη χρονιά; Εμάς δε σημάδεψε; Στις δικές της μέρες δεν ορμηνέψαμε τα καινούρια που έφερε η ζωή; Στις νύχτες της δε χτίσαμε τους νέους μας συλλογισμούς; Στο δικό της προσκεφάλι δεν ξαναστρώσαμε απ’ την αρχή τις αγωνίες που είχαμε αφήσει μετέωρες κι απροστάτευτες; Στην άκρη του γυμνού της ξημερώματος δεν είδαμε να ανατέλλει η ευλογημένη φτώχεια των γονιών μας;

Αυτή η χρονιά –παρ’ όλη την καταχνιά της, παρ’ όλο το ζόφο και την κατήφεια της– κατάφερε να μας διδάξει ό,τι πιο πολύτιμο θα μπορούσε. Να μας υπενθυμίσει με τη σιωπή της πόσο μεγάλο και σπουδαίο είναι να προσπαθήσουμε να βγούμε επιτέλους από τον ατομικό μας ευδαιμονισμό. Να καταφέρουμε να σπάσουμε τα σύνορα της «ευκολίας» και να ριχτούμε σε έναν μακρύ και κοπιαστικό αγώνα, έχοντας μοναδικό αντίπαλο τον ίδιο μας τον εαυτό. Να μεριμνήσουμε για το ευάλωτο «μέσα» μας. Να συμμαχήσουμε με τα «δύσκολα» και τα επίπονα. Να γευτούμε τον ξεχασμένο μόχθο. Να συναντηθούμε ξανά στης ανάγκης τα θρανία. Στα «κρυφά σχολειά» του Μέτρου και του Λιτού. Στην αιώνια άσκηση με τα ανθρώπινα.

Την ευγνωμονώ αυτήν τη χρονιά. Στο διάβα της προσπάθησα να συμφιλιωθώ με την αξία των απλών πραγμάτων. Να εκτιμήσω τις σεμνές τελετουργίες της παρέας. Να ακούσω καινούριες διηγήσεις. Να ανακαλύψω τα ταπεινά χαρίσματα των διπλανών μου. Την αρχέγονη σοφία της συνάφειας. Την ατόφια ευτυχία όταν είμαστε κοντά ο ένας με τον άλλον. Μονιασμένοι. Αλληλέγγυοι. Θνητοί. Αυτό, προπάντων… θνητοί!

Δεν κάνω απολογισμούς. Σκάβω υπομονετικά για να θεμελιώσω τη νέα ζωή. Μπουσουλώντας. Ανιχνεύοντας. Επιμένοντας. Ανακαλύπτοντας. Τη γη, τους καρπούς, τα παιδιά, τους φίλους. Απ’ την αρχή όλα. Από εκεί που αφήσαμε την πραγματική ζωή. Από την ξεχασμένη άκρη του νήματος. Από το νόημα που χάσαμε σε νέφη κι ατραπούς. Μου αρκεί πια ο ψίθυρος από μια σταγόνα βροχής που ήρθε και  αναπαύτηκε στα κεραμίδια. Μου φτάνει και μου περισσεύει ένα κλαδάκι αμπελιού που πασχίζει για μέθη…

Τώρα που φεύγει η χρονιά, θα σας καλέσω. Όχι για τον αποχαιρετισμό, αλλά για ‘κείνη την αγκαλιά που σας χρωστούσα. Για ‘κείνη τη γιορτινή αφή που τη ματαίωναν συνεχώς οι αποστάσεις και οι χωρισμοί. Και για ‘κείνο το τραγούδι που περίμενε υπομονετικά στην άκρη των χειλιών μας. Μην απελπίζεσαι και δεν θ’ αργήσει, κοντά σου θα ‘ρθει μια χαραυγή…