Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΕΞΟΝΤΩΣΗΣ



Τα όσα συνέβησαν την περασμένη εβδομάδα με επίκεντρο τη μεταφορά–εξόντωση των Ρομά από τον καταυλισμό τους στο Νομισματοκοπείο του Χαλανδρίου στο όρος Πατέρα και στις εκεί πρώην εγκαταστάσεις της Αμερικανικής Βάσης, αποκάλυψαν με τον πιο οδυνηρό τρόπο τη σχέση ενός μεγάλου μέρους των «διαμορφωτών» της κοινής γνώμης με τον ρατσισμό, καθώς επίσης –και αυτό είναι το πιο τραγικό– τον νεοφασιστικό ζόφο που «κυκλοφορεί» στον επίσημο (πλέον) λόγο της συγκυβέρνησης. Αποκορύφωμα αυτής της «αποκάλυψης», υπήρξε η ξεδιάντροπη δήλωση της κυρίας Βούλτεψη ότι δίπλα στους Ρομά ζούνε άνθρωποι!

Κατά πάσα πιθανότητα, ο «καθαρός» νους της κυβερνητικής εκπροσώπου αδυνατεί να «χωρέσει» ότι μπορεί και οι άμοιροι οι Ρομά να ανήκουν στο «ανθρώπινο είδος», ταυτιζόμενη πλήρως με τα φυλετικά μουγκρητά της ναζίστριας Ζαρούλια και προσφέροντας, εμμέσως πλην σαφώς, το απαραίτητο συγχωροχάρτι στα κατά καιρούς χρυσαυγίτικα πογκρόμ.

Όλο αυτό το διάστημα που εξελίσσονταν η επίσημη νεοναζιστική πρόβα σε βάρος των Ρομά (ευθέως ανάλογη με τις αντίστοιχες χιτλερικές), παρακολουθούσα με μεγάλη προσοχή και όλα εκείνα τα φρικτά που εκστόμιζαν τα διάφορα χάπατα της «επικοινωνιακής σφαίρας». Είτε αυτά προέρχονταν από τα αδαή και αδιάβαστα παιδαρέλια των «δημοσιογραφικών σχολών» είτε από τους αβάσταχτους ξερόλες της «εργολαβικής ενημέρωσης».

Στο ρατσιστικό τους κρεσέντο, οι Ρομά –ή, κατά την προσφιλή τους εκφώνηση, οι… γύφτοι– παρουσιάζονταν ως το «απόλυτο κακό» της ελληνικής κοινωνίας. Οι χειρότεροι κακοποιοί, οι πιο αδίστακτοι διακινητές των ναρκωτικών, οι πλέον καπάτσοι και «ειδικοί» στην κλεψιά και το παρεμπόριο. Ως εκ τούτου, πού να βρεθεί ο χρόνος για να ειπωθεί μία λέξη για τα χίλια (και βάλε) προϊόντα–μαϊμού που βρέθηκαν στο (πολυτελές) κατάστημα της (άριας) οικογένειας Ψωμιάδη.

Και φυσικά, κιχ για τις συνθήκες διαβίωσης που επικρατούν στον τόπο της εκτόπισης. Μούγκα από τα πειθήνια συστημικά τσιράκια για το τι εστί «όρος Πατέρα». Ποιος και ποια να τολμήσει να πει ότι οι εγκαταστάσεις που τους έχουν επιλέξει για να εγκατασταθούν, βρίσκονται σε υψόμετρο 750 μέτρων και ότι η θερμοκρασία εκεί έχει μία σταθερή απόκλιση 8 με 10 βαθμούς μείον από την περιοχή όπου ζούσαν μέχρι τώρα. Από ποιο στόμα να ακουστεί ότι το πλησιέστερο «σημείο επαφής» με τον «έξω κόσμο» βρίσκεται σε απόσταση 12 χιλιομέτρων και ότι η περιοχή ορίζεται επίσημα ως δασική έκταση και χρησιμοποιείται ως καταφύγιο θηραμάτων των κυνηγητικών συλλόγων. Και ποιο κανάλι ή ραδιόφωνο θα μπει στον κόπο να κάνει «επιτόπιο ρεπορτάζ» για να δείξει και να περιγράψει σε τι κατάσταση βρίσκονται σήμερα τα «κτίρια υποδοχής». Έστω να αρθρώσουν δυο λέξεις για την έλλειψη σχολείου. Ούτε καν αυτό…

Αλλά πού τέτοια ευαισθησία για τους ταλαίπωρους Ρομά, όταν όλη έχει εξαντληθεί στις «αστικές» συναυλίες του Μπρέγκοβιτς και στις ταινίες του Κουστουρίτσα. Και, στο κάτω–κάτω, καλοί οι Καιροί των Τσιγγάνων, αρκεί μόνο να μη «φυσάνε» προς τις περιοχές των… ανθρώπων. Όμως, κάπως έτσι δεν ξεκίνησε κάποτε και ένα άλλο «έργο» στην κεντρική Ευρώπη, για να καταλήξει στον μεγαλύτερο εφιάλτη της σύγχρονης ιστορίας της; Ήταν ή δεν ήταν και τότε οι τσιγγάνοι και οι ομοφυλόφιλοι αυτοί που στοχοποιήθηκαν πρώτοι στην ναζιστική Γερμανία;

Πείτε με όπως θέλετε, χαρακτηρίστε με ακόμη και «συνομωσιολόγο», αλλά εγώ το πείραμα εκφασισμού της ελληνικής κοινωνίας το βλέπω ολοκάθαρα μπροστά μου. Και τα τελευταία (μνημονιακά) χρόνια, με τη βούλα και την συνεπικουρία της κρατικής εξουσίας. Θεσμικής και μιντιακής.

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

ΠΑΡΩΔ(Ε)ΙΑ



Όταν και στα «ευκολάκια» ακόμη, καταφέρνεις και τα κάνεις μαντάρα –και μάλιστα με «θεματικό επικεφαλής» σε αυτά, το καλύτερό σου… χαρτί– τότε, ζήτω που καήκαμε στα δύσκολα και τα απαιτητικά.

Ναι, για τα «κατορθώματα» της διοίκησης Τσανάκα ο λόγος και για τα «επιτεύγματά» της στους δύο κορυφαίους πολιτιστικούς και πνευματικούς θεσμούς της πόλης: Το ΔΗΠΕΘΕ και το Δημοτικό Ωδείο. Κι αν για τα όσο φαιδρά και ευτράπελα συμβαίνουν το τελευταίο διάστημα στο ΔΗΠΕΘΕ μπορούν να εκληφθούν και ως ένα δείγμα ελαφράδας και… θεατρικής ανεμελιάς –με κορυφαίο, προς το παρόν, αυτό της «τραγωδού» Τσανάκα να απαγγέλει… Πολυδούρη!– στα άλλα όμως γεγονότα που έχουν «σκάσει» στο Δημοτικό Ωδείο, μαρτυρούν μία πιο «σκοτεινή» –ενίοτε και κουτοπόνηρη–πολιτική επιλογή. Συνυφασμένη προφανώς και με τη δεξιόστροφη λογική που διέπει την (μάλλον διαχρονική) θεωρία των «δικών μας παιδιών».

Κεντρικό πρόσωπο αυτής της «εφαρμογής», δε μπορεί να είναι άλλο από αυτό του Αντιδημάρχου Πολιτισμού, οι τακτικές του οποίου ελάχιστη (έως ουδεμία) σχέση έχουν με τα όσα προμήνυαν οι αρχικές του θέσεις, ιδέες και προθέσεις. Κι αν με το ΔΗΠΕΘΕ κατάφερε διά της σιωπής του να «καταπιεί» ανώδυνα ό,τι πιο αφόρητο και γραφικό θα μπορούσε να μας συμβεί εκεί, τώρα με το Δημοτικό Ωδείο, εμπράκτως πια και με πρόσχημα την «πλαδαρή νομιμότητα» που διέπει τον τρόπο με τον οποίο ανανεώνονται κάθε χρόνο οι συμβάσεις των καθηγητών του Δημοτικού Ωδείου, υπονομεύει, άκομψα και ερασιτεχνικά, τη γονιμότητα του κορυφαίου «πολιτιστικού παραδείγματος» της πόλης. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη δημιουργική του συνοχή και συνέχεια.

Με τα όσα μέχρι τώρα καταγράφονται από το ρεπορτάζ (και από τα «παραθυράκια» αυτού), ο κύριος Λυχούνας –και, κατ’ επέκταση, και ο «αντ’ αυτού» πρόεδρος του Δημοτικού Ωδείου– όχι μόνο μετακινεί τη «πολιτική πράξη» στα γραφειοκρατικά αδιέξοδα μιας τάχαμου δήθεν «διαδικαστικής καθαρότητας», αλλά διά μέσου αυτής ακυρώνει και ένα μεγάλο μέρος από τα τεκμήρια της… θεσμικής του αθωότητας. Παράδειγμα μέγα και τρανό; Η απίθανη δήλωση–φωτογραφία ότι για την επιλογή του Καλλιτεχνικού Διευθυντή θα προταχθεί για λόγους… οικονομίας, το στοιχείο της εντοπιότητας… Όπερ εις την καλλιτεχνικήν μεταφραζόμενο: Κορίνα Βουγιούκα!

Και επειδή ούτε χθεσινοί ήμαστε, ούτε (πολύ περισσότερο) αφελείς και χάφτες, διόλου δεν παραβλέπουμε και δεν υποτιμούμε το γεγονός ότι, ταυτόχρονα με τις παραπάνω εξελίξεις, κυκλοφόρησε έντονα και η φήμη της αποχώρησης της κυρίας Βουγιούκα από την θέση που κατείχε στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. 

Το τι σημαίνει «εντοπιότητα» για θέσεις που αφορούν στην καλλιτεχνική διεύθυνση και παραγωγή ενός θεσμικού φορέα, είναι κάτι που αδυνατώ να κατανοήσω, άρα και να αποδεχτώ. Εξ άλλου, η λαϊκίστικη αντίληψη με τα «καβαλιωτάκια», όχι μόνο δεν αποτελεί «άποψη», αλλά είναι διπλά επιζήμια όταν χρησιμοποιείται προς άγραν «πελατείας» και «επενδύεται» επί ενός παρωχημένου και οπισθοδρομικού τοπικισμού.

Αυτήν τη στιγμή, και πέρα από τις οδυνηρές παρενέργειες που μπορεί να επιφέρουν τα «υπαρξιακά καμώματα» της δημοτικής αρχής στην ομαλή λειτουργία του Δημοτικού Ωδείου, αποδεικνύεται με τον πιο εμφαντικό τρόπο η διάσταση και η ανακολουθία ανάμεσα στα «προεκλογικά λόγια» και τις μετεκλογικές επιλογές. Και κάπως έτσι, όλα εκείνα τα εύμορφα και ευφάνταστα περί «συνέχειας», αποδεικνύονται κούφια λόγια και ευκαιριακές μαλαγανιές.

Και για να μην ξεχνιόμαστε, είμαστε ακόμη στην αρχή. Τα «ωραιότερα» είναι μπροστά μας.


Σάββατο 4 Οκτωβρίου 2014

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΜΙΑΣ ΖΩΗΣ



Δεν ξέρω τι γνώμη έχετε εσείς γι’ αυτήν τη τελευταία facebookική «μόδα» με τις λίστες των «δέκα αγαπημένων μας βιβλίων», αν όμως ρωτάτε για εμένα, τη βρίσκω άκρως ενδιαφέρουσα και διασκεδαστική. Συν του ότι μέσω αυτής έχεις την ευκαιρία να τσεκάρεις και τα «ποιοτικά χαρακτηριστικά» των δεκάδων φίλων σου που «συγκατοικούν» μαζί σου στη μεγάλη κοινότητα του διαδικτύου.

Να γιατί «ενέδωσα» στην πρόσκληση–πρόκληση του Θάσιου αδελφού και συντρόφου Δημήτρη Σιαμαντούρα και έσπευσα αμέσως να καταθέσω τη λίστα με τις προσωπικές μου λογοτεχνικές προτιμήσεις, καταφεύγοντας όμως σε μία μικρή… παρατυπία: αντί για μία, «προσκόμισα» τρεις! Έτσι, πέρα από τις πρώτες «δύο δεκάδες» που αφορούσαν στην ελληνική Λογοτεχνία και την ελληνική Ποίηση (και που σε ανύποπτο χρόνο –και με άλλη αφορμή– είχα δημοσιεύσει πριν από αρκετούς μήνες), βρήκα την ευκαιρία για μία ξεχωριστή καταγραφή των δέκα πολυαγαπημένων μου συγγραφέων «εκτός συνόρων».

Βασανιστικό εν μέρει «σπορ», αν σκεφτείς το ασθενές της μνήμης και την προσπάθεια να αποφύγεις «νοσταλγικά ερεθίσματα». Όμως όταν πρόκειται για πράγματα που σημάδεψαν και επηρέασαν τη ζωή και τον τρόπο της σκέψης σου, όλο και κάποιος «εχέφρων αυθορμητισμός» σε καθοδήγει και σε «προστάζει».

Κάπως έτσι συνέταξα τη λίστα και κάπως έτσι τοποθέτησα και στην κορυφή της τον μέγιστο Ντοστογιέφσκι. Γνωρίζοντας εξ αρχής ότι τον «αδικώ» κατάφορα με την επιλογή μόνο των Αδελφών Καραμάζωφ. Λόγοι «αναγκαίου πλουραλισμού» λοιπόν ήταν αυτοί που δε μου επέτρεψαν να συμπεριλάβω το λατρεμένο μου Το Χωριό Στεπαντσίκοβο και το εσαεί (δραματικά) επίκαιρο Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων.

Ο Κάφκα με «κατατρέχει» από μικρό παιδί, καθώς ακόμη «κοιτάω» τον πατέρα μου να διαβάζει για ώρες ατέλειωτες τη Δίκη του. Μία σκηνή εσωτερικής διάρκειας που δε λέει να ξεθωριάσει. Στα μεγάλα μου πια, απορροφήθηκα πλήρως με τη Μεταμόρφωση. Και, για να κυριολεκτήσω, με «κατάπιε» ολόκληρο!

Ο Οδυσσέας του Τζόυς είναι ό,τι πιο «μεγαλειώδες δύστροπο» μπορεί να σου λάχει. Δε θυμάμαι πόσες προσπάθειες «μετράω» για να το «τιθασεύσω», αλλά ακόμη και η μία «σελίδα κέρδος» την κάθε φόρα, αρκούσε για να «σφυγμομετρήσω» το μεγαλείο του. Πυκνό, εύρωστο και περίπλοκο, σε «κυριεύει» από παντού.

Με το Μαγικό Βουνό του Τόμας Μαν ακολούθησα αντίστροφες διαδρομές. Πρώτα το είδα (σε εκείνες τις ανεπανάληπτες σειρές της ΕΡΤ) και μετά το διάβασα. Η τεράστια αξία του όμως, δε σου άφηνε κανένα περιθώριο να «επαναπαυτείς» στην κινηματογραφική του εκδοχή. Αφήστε που με «κυνηγάει» και για άλλους λόγους…

Τις συστάσεις για το Μαιτρ και η Μαργαρίτα του Μιχαήλ Μπουλγκάκωφ μού τις έκανε ο Αλέξης Σιαμαντάς της Εκλογής. Η χρόνια εμπιστοσύνη στο γούστο και τις γνώσεις του δεν άφηνε κανένα περιθώριο για «δεύτερες σκέψεις». Από τότε, ο «διάβολος» του Μπουλγκάκωφ «σουλατσάρει» στις αχανείς λεωφόρους της κοινωνίας και της πολιτικής, σκορπώντας παντού το ελκυστικό του χάος.   

Με τους Αθλίους του Ουγκώ στο προσκεφάλι μου. Αυτό θυμάμαι. Τα χοντρά δερμάτινα εξώφυλλα, τον τίτλο με τα ασημένια γράμματα να φεγγοβολούν κάτω από την λάμπα και εμένα να σπρώχνω στην άκρη τα βαρετά μαθηματικά για να «ξαναπιάσω» τα βήματα του Γιάννη Αγιάννη. Νύχτες χωρίς τηλεόραση και η απέχθεια για τον κάθε Ιαβέρη να θεριεύει...

Ο Ντίκενς υπήρξε η συνέχεια του Ουγκώ και Οι Μεγάλες Προσδοκίες, η λογοτεχνική κορύφωση μιας μεγάλης «αναγνωστικής πορείας» μέσα στα χρόνια της βικτωριανής σήψης και παρακμής. Απλά, σπουδαίο! Και βέβαια, με εξαιρετικές κινηματογραφικές μεταφορές, αρχής γενομένης από εκείνη του Ντέιβιντ Λιν.

Το Τζαζ της Τόνι Μόρισον είναι ένα ύμνος στην «άναρχη ελευθερία». Ένα αφροαμερικάνικο κουαρτέτο με φόντο το εκρηκτικό Χάρλεμ, που αυτοσχεδιάζει συνεχώς επάνω στα ανθρώπινα συναισθήματα. Άλλως, οι προσωπικές οδύνες σε «δημόσια κατανάλωση». Δε διαβάζεται, ρουφιέται!

Η συναρπαστική νουβέλα του Χέμινγουεϊ Ο Γέρος και η Θάλασσα είναι η αφορμή για να «βάλεις κάτω τη ζωή σου» και ν’ αρχίσεις το μέτρημα από την αρχή. Το ξεψάχνισμά της. Να βυθιστείς στα απρόσμενα πελάγη των ψυχικών σου ωκεανών και να ασκηθείς ιδανικά στους όρμους της ταπεινότητας. Ένα μάθημα αυτογνωσίας γεμάτο από τη δίψα της επιβίωσης. Μία ευθεία σύγκρουση με τη ματαιότητα. Ένα βιβλίο–σύμβολο.

Ο μεγάλος… συνωστισμός γίνεται στη δέκατη θέση. «Παλεύω» ανάμεσα στο Ταμπούρλο του Γκίντερ Γκρας, το Βερολίνο Αλεξάντερ Πλατς του Άλφρεντ Ντέμπλιν και τη Λολίτα του Βλαδιμήρ Ναμπούκωφ. Καταλήγω στο τελευταίο, αποτίνοντας, κατά κάποιον τρόπο, φόρο τιμής στο ανεκπλήρωτο με ένα βαθύτατα υπαινικτικό λογοτεχνικό διαμάντι.

Πέραν όλων τούτων, η λίστα μπορεί να εκληφθεί και ως πρόταση…

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

ΤΟ ΧΑΛΙ ΜΑΣ ΤΟ ΜΑΥΡΟ



Θέλω να σου μιλήσω, θέλω να ‘μαι μαζί σου και να σε αποκοιμίσω, να ‘μαι η αναπνοή σου. Έτσι να με ακούσεις, μη μ’ αφήσεις να φύγω, μ’ έρωτα να με λούσεις Ακούω το εξάχρονο κοριτσάκι να λιγώνεται μέσα στην καψούρα των στίχων. Απέναντί του έχουν στηθεί οι κριτές και ετοιμάζουν τη βαθμολογία. Η μικρή λικνίζεται στο ρυθμό της καψούρας. Πασαλειμμένη με τις πούδρες της φτήνιας. Ποζάρει σε στυλ πρωινάδικης κούκλας. Οι γονείς, λιωμένοι από τις επιδόσεις. Το κοινό ενθαρρύνει. Κάποιος συγκινείται. Μπορεί και να δακρύζει. Να ‘ναι ο Βαγγέλης Γερμανός;

Μπροστά μου η «πνευματική αντεπίθεση» του MEGA και η συνάμα η «διαγωνιστική απάντηση» στο The Voice. Μόνον που εδώ τα ηλικιακά όρια έχουν κατέβει σε οριακό επίπεδο. Παιδάκια του δημοτικού, από νωρίς στο κουρμπέτι της χυδαιότητας και του ανταγωνισμού. Προώθηση και προαγωγή με το άλλοθι του… καλλιτεχνίζειν. The Music School. Η ιδιωτική «μουσική» πρωτοβουλία αναλαμβάνει δράση, με θέα τα διαλυμένα Μουσικά Γυμνάσια και Λύκεια. Τα παραπαίοντα Δημοτικά Ωδεία. Κι ένα επτάχρονο να επιμένει: έχεις μεγάλο ταλέντο στα χείλη… Ο Γιώργος Θεοφάνους σε έκσταση. Πλήρης δικαίωση…

Και ο Λοβέρδος, εκεί. Να έχει παρατήσει τις οροθετικές και να κυνηγάει «παιδόφιλους» δασκάλους. Τι κι αν το αγαπημένο του κανάλι «βγάζει στο κλαρί» δεκάδες αγοράκια και κοριτσάκια με το πρόσχημα των… ταλαντούχων. Είναι, βλέπετε, και αυτή η «γονική συναίνεση» που οριοθετεί τους κανόνες. Που γίνεται το μέσο της «πρόωρης εκπόρνευσης». Και το «κοινωνικό διαβατήριο» για να σπαράξει ο πιτσιρικάς: πάλι με βρήκαν με το γκάζι ανοιχτό… Εδώ η Ευρυδίκη τρομάζει. Αλλά ναι, πολύ πειστικός…

Για να πω την αλήθεια, δε με ενοχλεί μόνο η «μουσική δυσωδία» που εκπέμπουν οι λαϊκοπόπ μπόμπες. Δεν είναι μόνον η βαρβαρότητα του «τηλεοπτικού πολιτισμού» που με «στραβώνει» και με αηδιάζει. Ούτε η μακροχρόνια ανακύκλωση της εφήμερης μπούρδας. Όταν πριν από καιρό βρέθηκα σε μία συναυλία παιδικής χορωδίας και άκουσα ένα μικρό να τραγουδάει θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής, έφριξα με την «επιπολαιότητα της διδασκαλίας» και ένιωσα παρόμοια απέχθεια και συντριβή. Κι αυτό γιατί η «καλλιτεχνική έκθεση» ενός παιδιού είναι μία εντελώς ξεχωριστή υπόθεση από το περιεχόμενο που αυτή προβάλλει και υπηρετεί. Και φυσικά, με τίποτε δε μπορεί να είναι θέμα προθέσεων («καλών» ή «κακών», αναλόγως), αλλά μόνο μέγιστης ευθύνης και σοβαρότητας. Έννοιες που έχουν χαθεί παντελώς από τη μιντιακή πιάτσα, η οποία πλέον λειτουργεί ανεξέλεγκτα και χωρίς κανένα αισθητικό και παιδαγωγικό πλαίσιο.

Τώρα πια και εις βάρος της πιο ακριβής αθωότητας…

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

ΑΠΟ ΤΑ "ΚΑΤΑΦΥΓΙΑ" ΣΤΑ... ΒΕΣΤΙΑΡΙΑ



Είναι πολύ λυπηρό (και συνάμα άκρως απογοητευτικό) να βλέπεις τον Χρήστο Γιανναρά να «σέρνεται» στις δημοσιογραφικές ποντικότρυπες του MEGA και να κάθεται να κουβεντιάζει με τα καθεστωτικά τρωκτικά του. Αυτός που μας «έθρεψε» τον νου και την ψυχή με το Καταφύγιο Ιδεών, το Ανθολόγημα Τεχνημάτων, το Πείνα Και Δίψα, το Πρόσωπο Και Ο Έρωτας... αυτός τώρα, να «φιλοσοφεί» με τους  Αναγνωστάκηδες και τους Οικονομέους. Σαν ένας άλλος Ράμφος στα «στασίδια» της καθ’ ημάς συμφοράς.

Όμως, χρόνια τώρα, το θέμα με τον Χρήστο Γιανναρά δεν είναι... επικοινωνιακό. Και δεν θα μπορούσε να είναι τέτοιο, ένεκα και της «εσωτερικής του τάξης». Αυτό που τον κάνει «ευάλωτο» και τον αφήνει «έκθετο», είναι η σταδιακή (άμα τι και ολισθηρή) υποχώρησή του από τη «αρετή» της Διάκρισης, με τον λόγο του και τις ερμηνείες του, να έχουν «εκτραπεί» σε έναν «εμμονικό ηθικισμό» που, στον δημόσιο πολιτικό λόγο, εκφράζεται και κοινοποιείται μέσα από ισοπεδωτικές μανιέρες κριτικής και ισχυρές δόσεις «ρομαντικού εθνικισμού».

Αυτόν τον Γιανναρά «αξιοποιούν» (και εκμεταλλεύονται) τα τετραπέρατα Μέσα. Τι κι αν ακόμη ο ίδιος δεν έχει υποστεί την «συστημική βλάβη» που υπέστη ο Στέλιος Ράμφος (προφανώς εδώ να είναι και θέμα «μεγεθών»). Τι κι αν ακόμη μπορεί να «καλύπτεται» πίσω από την γλωσσική του ευρωστία και τον ακαταπόνητο ερωτισμό του. Ήδη τα θεωρητικά του ξέφτια (ειδικά αυτή η «μανική» του αποστροφή προς την «νεωτερικότητα»), αρχίζουν από μόνα τους να τον ακυρώνουν και να τον αποδομούν.

Για να μην παρερμηνευτώ: με το Γιανναρά δεν τίθεται ζήτημα «συμφωνίας» ή «διαφωνίας» επί αυτών που εκφράζει. Οι καίριες και «ορθολογικές» διαφορές και ενστάσεις, έχουν τις αναφορές τους στην «φιλοσοφική διαχείριση» των αιτημάτων του. Στον τρόπο που «εδραιώνει» τα «σωτηριολογικά του ευρήματα». Πρωτίστως δε, με τις «ισοαποστασιακές φόρμες» που έχει επιλέξει για να στηρίξει τον «ύστερο κοινοτισμό» του.

Ατόφια παραδείγματα αυτών των προσεγγίσεων, ακούσαμε και στην εκπομπή του MEGA. Περίτεχνες ουδετερότητες, αποχρωματισμένα ιδεολογήματα, αδιάκριτοι συμψηφισμοί, εξωτικές ελληνοκεντρικότητες, αφελείς (έως επικίνδυνες) προτροπές για την ανάκτηση της «εθνικής μας αυτοεκτίμησης». Την τελευταία μάλιστα, με «οδηγό» και «παράδειγμα» τον... Βλαδιμήρ Πούτιν!   

Δυστυχώς (και αυτό το «δυστυχώς», θέλοντας και μη, μας αφορά και μας απασχολεί όλους), τα λόγια του τα ίδια, παραμένουν το ίδιο επίκαιρα και το ίδιο τραγικά όπως και τότε που πρωτογράφτηκαν. Με μία υποσημείωση: ότι τώρα μπορεί και να τον «συμπεριλαμβάνουν»: Οι λέξεις δεν αντιπροσωπεύουν πια τίποτε. Λειτουργούν σαν κρεμάστρες από όπου ο καθένας κρεμάει το δικό του κουστούμι...

Από προχθές κρεμασμένο και στο... βεστιάριο του MEGA.