Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

ΚΚΕ ΜΕ ΚΟΜΠΛΕΞ



Όσοι είχατε τη δύναμη, το κουράγιο και την υπομονή (ή και το βίτσιο) να παρακολουθήσετε τον κοινοβουλευτικό διάλογο που «προκάλεσε» η «διάθεση» της κυβέρνησης για ψήφο εμπιστοσύνης, θα διαπιστώσατε (λίγο–πολύ) το πόσο χαμηλά έχει πέσει πλέον το επίπεδο της αντιπαράθεσης και το πόσο αυτό έχει να κάνει με τη συνεχιζόμενη παρακμή του πολιτικού λόγου. Δυστυχώς, ήταν τόσο λίγα τα «εκλεκτά παραδείγματα» (ένθεν, κακείθεν) που σε καμία περίπτωση δε μπορούν να αντιστρέψουν το αφόρητο κλίμα που παράγει η μετριότητα των Ελλήνων βουλευτών. Και κάπως έτσι, «έσβησαν» κι αυτά μέσα στη συνολική σαβούρα…

Πέραν τούτων, αν κάτι θα μπορούσα να ξεχωρίσω από ολόκληρο το τριήμερο, αυτό θα ήταν η στάση του ΚΚΕ και η «ιδεολογική αγωνία» των εισηγητών του να θεμελιώσουν τον αντισυριζικό τους (και μόνον αυτόν) λόγο με επιχειρήματα που, όχι μόνον αποτελούν μνημείο εμπάθειας και αφορισμών, αλλά υπονομεύουν ευθέως και τα δικά τους «θεωρητικά κεφάλαια». Επ’ αυτών, τα «ρέστα» τους έδωσαν η Αλέκα Παπαρήγα και ο Θανάσης Παφίλης. Τα παραδείγματα που ακολουθούν (με τη βοήθεια του φίλτατου Νίκου Σαραντάκου) είναι ενδεικτικά της συγχύσεως και της αντι–οπορτουνιστικής παραζάλης που διαπερνά τη νέα κομματική γραμμή.

Στην ομιλίας της, η πρώην Γενική Γραμματέας του ΚΚΕ «έθεσε» ένα θέμα ορολογίας, επιδιώκοντας να «πάρει αποστάσεις» από τον όρο «ανθρωπιστική κρίση» για έναν και μοναδικό λόγο! Επειδή κατά κόρον χρησιμοποιούν οι «βασικοί της αντίπαλοι» και που (ως γνωστόν) δεν είναι άλλοι από τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Είπε (κατά λέξη και με… κομπιάσματα) η κυρία Παπαρήγα: αμφισβητούμε τον όρο γιατί αυτός ο όρος είναι… πού τον βρήκατε αυτόν τον όρο δεν ξέρω, αλλά εν πάση περιπτώσει, εντάξει… δεν είναι και ο Λαλιώτης εδώ να μας φτιάχνει καινούργιους όρους…

Καλό το χιουμοράκι και η ειρωνεία –αν και τα δύο απαιτούν τάλαντο για να είναι ευφυή και διεισδυτικά– αλλά μάλλον η συντρόφισσα λογάριαζε χωρίς τους… ξενοδόχους του Περισσού! Διότι αυτοί (και όχι ο Λαλιώτης, εικάζω) ήταν που τον Οκτώβριο του 2011 είχαν «κρεμάσει» τίτλο στον Ριζοσπάστη το: Ανθρωπιστική Κρίση στη Σύρτη και οι ίδιοι (πάνω–κάτω) αυτοί που πριν λίγο καιρό (και συγκεκριμένα στις 20 του περασμένου μήνα) που έγραφαν για την ανθρωπιστική κρίση στη Γάζα.

Να πω ότι διέλαθαν της προσοχής της τα κείμενα του Ριζοσπάστη; Ή μήπως να με «βάλει» να σκεφτώ τα χειρότερα; Ότι πολύ πιθανόν, οι συντάκτες των δύο αυτών άρθρων να έχουν την ίδια τύχη με εκείνη που είχε και ο άλλος που «τόλμησε» να γράψει τον Ιούνιο του 2012 το «εκτός γραμμής»: στην Ελλάδα συντελείται απ’ άκρη σ’ άκρη μια ανθρωπιστική κρίση… Να πάρουν δηλαδή κι αυτοί το δρόμο που πήρε ο… Μπογιόπουλος.

Ο σύντροφος Παφίλης το πήγε ακόμη παραπέρα αφήνοντας (ακροθιγώς) να εννοηθεί ότι άλλο Αριστερά και άλλο ΚΚΕ, «παίζοντας» κι αυτός με όρους που –ένεκα της χρήσης τους από Συριζαίους– δαιμονοποιούνται και απορρίπτονται χωρίς δεύτερη κουβέντα (για σκέψη ούτε λόγος).

Εντάξει, μπορεί αυτός να μην τόλμησε να υποστηρίξει αυτά που κάποιος «σοφός» από το «ιερατείο» έγραψε πριν από καιρό ότι: ο όρος Αριστερά δεν υπήρχε πριν από την ίδρυση της ΕΔΑ το 1951 (!!!), αλλά ας μην προτρέχουμε. Όλα έχουν τον χρόνο τους.

Αρκεί να… ωριμάσουν.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ "ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ" ΤΟΥ ΣΙΜΙΤΣΗ



Την περασμένη εβδομάδα και με αφορμή τα όσα «οραματίζεται» η νέα Δημοτική Αρχή για τον τρόπο λειτουργίας των φορέων που εκπροσωπεί, σηκώθηκε μέγας ντόρος και αχός για τον Εθελοντισμό και για το πώς ο καθένας από τους συμμετέχοντες στον εν λόγω διάλογο αντιλαμβάνεται και ορίζει το ρόλο του. Μεγάλο μέρος αυτού του «θορύβου» κατέλαβαν οι απόψεις του τέως δημάρχου, με την παράταξή του να σπεύδει (σε χρόνο ασυνήθιστο για τα δικά της δεδομένα) και να κατακεραυνώνει όλους εκείνους που ενέδωσαν (εμμέσως ή αμέσως) στη «χρήση» του εθελοντισμού υπό μορφή άμισθης εργασίας.

Θεωρητικά, ο κύριος Σιμιτσής είχε απόλυτο δίκαιο σε σχέση με το περιεχόμενο της ανακοίνωσής του και (ειλικρινά) κανέναν λόγο δε θα είχα να μη συνυπογράψω τα όσα με ιδιαίτερη έμφαση περιέγραφε σε αυτήν. Όμως, επειδή πίσω από τα «γραπτά» και τις «θεωρίες», υπάρχει η (σχεδόν) οχτάχρονη διοικητική του προϊστορία, μου είναι κομματάκι δύσκολο να την αγνοήσω. Πόσο μάλλον να την «ξεπλύνω» στο όνομα μιας «στιγμιαίας ταύτισης».

Προφανώς, ο «κατόπιν εορτής» ανανήψας εις τα σοσιαλιστικά ιδεώδη κύριος Σιμιτσής, λησμονεί ότι «σέρνει» πίσω του δεκάδες γεγονότα που τον συνδέουν «στενά» με τα διάφορα «είδη εθελοντισμού» και που όχι μόνο τον εκθέτουν πολιτικά, αλλά και «αναβαθμίζουν» έτι περισσότερο το «πλαίσιο της υποκρισίας» μέσα στο οποίο εδραίωσε το δικό του «παράδειγμα».

Βέβαια, θα ήταν πολύ βολικό για τον κύριο Σιμιτσή να βγει και να ισχυριστεί ότι επί των ημερών του, οι «εθελοντές» δεν «έτρωγαν» θέσεις εργαζομένων και δε χρησιμοποιούνταν ως άμισθο προσωπικό σε δημοτικές ανάγκες. Σωστό θα ήταν γιατί όντως δεν το «τράβηξε» μέχρις εκεί. Οι «δικοί του εθελοντές» είχαν μία αίσθηση «ανεμελιάς» και ένα «μπαγκράουντ προσφοράς» στα πρότυπα που καλλιέργησαν τα «Ολυμπιακά ιδεώδη» της… Γιάννας Αγγελοπούλου–Δασκαλάκη.

Όμως, ποιος άραγε μπορεί να «βάλει το χέρι του στη φωτιά» και να «ορκιστεί» ότι όλο εκείνο το «πλήθος της ανεργίας» δεν απέβλεπε στην εξυπηρέτηση των ατομικών του συμφερόντων και ότι δε χρησιμοποιούσε τον εθελοντισμό ως το αναγκαίο και απαραίτητο «όχημα» που θα του εξασφάλιζε μία «διαδρομή» σε αμειβόμενα πόστα; Και το κυριότερο: ποιος θα μπορέσει να πείσει τους «δύσπιστους» και τους «καχύποπτους» ότι μία τέτοια σχέση έκρυβε μέσα της τέτοια αθωότητα που απομάκρυνε κάθε δόλια σκέψη για… στρατούς και ομήρους;

Ναι. Ομολογώ ότι σε αντίθεση με τους σημερινούς, ο κύριος Σιμιτσής ήταν ιδιαίτερα «κομψός», «ευέλικτος» και «φινετσάτος» στο συγκεκριμένο θέμα και ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονταν το «εθελοντικό υλικό», ήταν τέτοιος που δεν έδινε λαβές για πολιτικές αντεγκλήσεις. Τουναντίον! Ήταν τόσο άριστα περιτυλιγμένο από την δέουσα… γκλαμουριά, που το έκανε και «κοσμικό γεγονός». Αλλά, πείτε μου και εσείς: στο συνειδησιακό κομμάτι, τον ίδιο σκοπό δεν επιτύγχανε και ο ίδιος; Την ίδια κοινωνική αντίληψη δεν προσπαθούσε να μεταφέρει (και να παγιώσει) στην κοινή γνώμη; Την ίδια «νεοφιλελεύθερη φύση» δεν υπηρετούσε;

Και λέω: τελικά ποιος από τους δύο τρόπους είναι ο πιο ύπουλος και υποχθόνιος; Ο «ωμά ρεαλιστικός» της κυρίας Τσανάκα ή ο γεμάτος από «επικοινωνιακό τακτ» του κυρίου Σιμιτσή;

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ, ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ!



Μεγάλωσα μαζί με την Αυγή και τη θυμάμαι από τα γεννοφάσκια μου. Πάντα στα χέρια των δικών μου. Πότε απλωμένη διάπλατα για τις ανάγκες των οικογενειακών αναγνώσεων, πότε καλά κρυμμένη κάτω από τις μασχάλες των παλιών ΕΔΑϊτών για να μη δίνει στόχο στους ασφαλίτες και τους… καλοπροαίρετους και πότε «εκτεθειμένη» σε κοινή θέα από τους τολμηρούς Λαμπράκηδες που, μέσα στα ωραία τους νιάτα, αψηφούσαν τρόμους και διώξεις. Στα χρόνια της δικτατορίας, όσα φύλλα είχαν απομείνει, «φιλοξενήθηκαν» μαζί με το υπόλοιπο «ανατρεπτικό υλικό» στο υπόγειο του σπιτιού. Καλά φυλαγμένα σε ένα προσφυγικό μπαούλο που μύριζε λούστρο και ναφθαλίνη. Μέχρι που μια μέρα άνοιξαν οι ουρανοί και το νερό που κατέβαινε ποτάμι από τα βράχια του Προφήτη Ηλία, τα διέλυσε όλα.

Στη μεταπολίτευση, η «σύγκρουσή» της με τον Ριζοσπάστη ήταν επώδυνη και βασανιστική. Η δε ταύτισή της με το ΚΚΕ Εσωτερικού, η κύρια αιτία που συρρίκνωσε την κυκλοφορία της στα εκλογικά όρια του κόμματος που «ετάχθη» να εκπροσωπεί.

Την αγόραζα αραιά και που, αναθερμαίνοντας κατά κάποιον τρόπο μία «σχέση» που δεν έλεγε να αποφορτιστεί. Την κρατούσα με σεβασμό και τη διάβαζα με «πίστη αιρετικού». Τι κι αν «έπρεπε» να διαφωνώ και να «κρατάω αποστάσεις» από τα γραφόμενά της. Η Αυγούλα –γλυκύτατο υποκοριστικό των σεβάσμιων αριστερών– κρατούσε ακόμη κάτι από τη «μαγεία» της. Αφήστε που, ώρες–ώρες, μου «έφερνε» κι εκείνη τη μυρουδιά από το λούστρο και τη ναφθαλίνη…

Στις μέρες μας, η Αυγή εξακολουθεί να είναι μία κομματική εφημερίδα, αλλά με την «πολυτέλεια» να διατηρεί την ίδια «δημοκρατική χαλαρότητα» του ιδεολογικού χώρου που εκφράζει. Και ως τέτοια, είναι και ένα μοναδικό παράδειγμα «οργάνου» με διάθεση «ανοιχτοσιάς», πλουραλισμού και ανοχής της διαφορετικής γνώμης.

Να όμως που προχθές ήρθε αυτό το «κόψιμο» του κειμένου του Βιβλιοθηκάριου για να αλλάξει εντελώς την… καλή ατμόσφαιρα και να υπονομεύσει μια «συλλογική κατάκτηση» δεκαετιών. Κι επειδή η «δικαιολογία» της απόρριψης μοιάζει να είναι βασισμένη επάνω σε έναν παλιομοδίτικο «κομματικό πατριωτισμό», την κάνει (εκτός από εξοργιστική) και πολλαπλά επικίνδυνη.

Δε θέλω να μπω στην ουσία του κειμένου, διότι αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από το επίδικο. Με ένα κείμενο, κάπου θα συμφωνείς και κάπου θα διαφωνείς. Άλλοτε θα ταυτίζεσαι με το περιεχόμενό του και άλλοτε όχι. Κι αυτό γιατί ο σεβασμός στην «αντίθετη άποψη» (ως κατάκτηση πια) είναι «νόμος» απαράβατος για τον πολιτικό διάλογο που πρεσβεύει η Αριστερά και αναπόσπαστο μέρος του πολιτικού της πολιτισμού. Οπότε, η «διατάραξη» μιας τέτοιας «ισορροπίας» –και μάλιστα σε ένα κείμενο «χαμηλού ιδεολογικού κόστους»– μόνον ως «βαρύ ατόπημα» μπορεί να λογισθεί, ειδικά όταν ο έχων την «επιστασία της ύλης» μετατρέπεται σε «δήμιο» της δημόσιας γνώμης. Πόσο μάλλον όταν είναι αυτός ο ίδιος που καθημερινά πλειοδοτεί σε «δημοκρατικές ευαισθησίες» και «δικαιώματα λόγου». Και θέλει να λέγεται και… Αριστερός!

Για όσες και όσους ενδιαφέρονται, το επίμαχο κείμενο βρίσκεται στη διεύθυνση: 
http://vivliothekarios.blogspot.gr/2014/10/blog-post.html
 

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

ΕΘΕΛΟΝΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΕΣ... ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ



Τελικά, μια χαρά «εργασιακή φάμπρικα» έχει στηθεί γύρω από αυτό το βολικό κολπάκι του εθελοντισμού. Κι αφού στην αρχή κατάφεραν να «ψήσουν» την κοινή γνώμη για την αναγκαιότητά του και για το πόσο χρήσιμος και λειτουργικός είναι για την κοινωνία (ποιοι ξεχνάνε τι παιχνίδι είχε στηθεί με δαύτον στην Ολυμπιάδα της Αθήνας), έρχονται τώρα γλυκά–γλυκά να τον «πλασάρουν» και ως μοντέλο απασχόλησης. Ενίοτε ιδανικό και απαραίτητο.

Μικρή παρένθεση για απαραίτητες αποσαφηνίσεις: έχοντας ως «εθελοντικό πρότυπο» την τρισμέγιστη, ανιδιοτελή και ταπεινή προσφορά των ανθρώπων που συμμετέχουν καθημερινά στο Τραπέζι της Αγάπης και έχοντας «μεγαλώσει» δίπλα σε έναν Βασίλη Θεοδωρίδη, φρονώ ότι σε μεγάλο βαθμό μπορώ να ξεχωρίζω και την «ηθική του πράγματος». Οπότε, άλλο ο εθελοντής που «τάσσεται» και αφιερώνει τον πέραν της εργασίας του χρόνο για έναν σκοπό (πολλές φορές και ιερό) και άλλο αυτός ο οποίος «εκβιαστικά» καλείται να «υποδυθεί» τον «χρήσιμο» και τον «ευαίσθητο», αξιοποιώντας τον «ρόλο» του μόνο και μόνο για να βρει αύριο ένα μεροκάματο και μία δουλειά. Αυτό για να έχουμε και ένα μέτρο σύγκρισης. Κλείνει η παρένθεση και συνεχίζω…

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς θα θυμάστε εκείνη την «πρόταση–δόλωμα–λαγό» που είχε καταθέσει πέρυσι τέτοιον καιρό το Κέντρο Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών και με την οποία, εμμέσως πλην σαφώς, νομιμοποιούνταν η ενός έτους άμισθη εργασία για τους νέους έως 24 ετών. Αν όμως την έχετε ακόμη κατά νου (που καλό θα ήταν), θα μπορέσετε ευκολότερα τώρα να αντιληφθείτε το σκοπό και την πονηρία της. Ποιο ήταν το… τυράκι εκείνης της «έμπνευσης»; Μα, η «απόκτηση εμπειρίας» αυτών που θα σπεύσουν να «επωφεληθούν» της πολύ σπουδαίας… ευεργεσίας, μιας και η «προθυμία» τους θα δώσει κίνητρο στις εταιρίες να τους προσλάβουν μετά το πέρας της… εθελοντικής τους προσφοράς. Στην ουσία όμως –και για να το σοβαρεύουμε– επρόκειτο για την πιο ακραία και κυνική εφαρμογή της έννοιας του εθελοντισμού.

Αν τώρα πούμε να προσαρμόσουμε αυτήν την «ιδέα» του εν λόγω Κέντρου και στα καθ’ ημάς, θα διαπιστώσουμε ότι ελάχιστα πλέον απέχει από τα «σχεδιάσματα» που έχει στο μυαλό της η νέα Δημοτική Αρχή.

Και εξηγώ: μέσα σε μία εβδομάδα, δύο κατηγορίες εργαζομένων (αυτές των καθηγητών του Δημοτικού Ωδείου και των γυμναστών του Κολυμβητηρίου) αντιμετωπίζονται από τη διοίκηση της κυρίας Τσανάκα, ωσάν να επρόκειτο για… ερυθροσταυρίτες ή μέλη αιμοδοτικού σωματείου! Λες και οι άνθρωποι είναι κάποιοι άνετοι και χαλαροί χομπίστες οι οποίοι δε ζουν από το μαθήματα που διδάσκουν και, ως εκ τούτου, αδιαφορούν και για τις συμβάσεις έργου και για τους μισθούς τους και κάνουν «αμάν» να… εθελοντιστούν. Οπότε, γιατί να μην τους ζητηθεί και μία μικρή… προσφορά, ενέχυρο ίσως και για μια προσδοκώμενη θέση.

Παραδόξως –και με δεδομένο ότι η «δεξιών προδιαγραφών» αντίληψη της Δημοτικής Αρχής βρίσκεται σε πλήρη στοίχιση με τις νεοφιλελεύθερες κυβερνητικές επιλογές– το ενδιαφέρον σε όλη αυτήν την ιστορία παύει να αφορά στους υπαίτιους της εφαρμογής της, ήγουν τους πολιτικούς φωστήρες της κυρίας Τσανάκα, και στρέφεται (άκουσον–άκουσον) στην ακατανόητη επιλογή της Συμπαράταξης Πολιτών! Ποια ήταν αυτή; Να νομιμοποιήσει διά των «επιφυλάξεων» της (πιο… κομψά δε γίνεται) ό,τι πιο ύπουλο και αταξικό έχει συλλάβει ο «μνημονιακός νους»!

Αν μη τι άλλο, ο Άρης Βέρρος οφείλει να εξηγήσει δημόσια τους λόγους που ώθησαν αυτόν και την παράταξή του να «στρογγυλέψει» το ιδεολογικό πλαίσιο που διέπει ένα τέτοιο μοντέλο εργασιακών σχέσεων. Και το κυριότερο; Να αποσαφηνίσει αν οι «επιφυλάξεις» του συμβαδίζουν και με τον προγραμματικό λόγο της Συμπαράταξης Πολιτών.

Υ.Γ.:
Πριν προλάβω να βάλω και την τελευταία τελεία στο παραπάνω κείμενο, «κατέφθασαν» στην εφημερίδα μας: μία επιστολή του Κωστή Σιμιτσή για το ίδιο θέμα (περί αυτής τη Δευτέρα), η απάντηση (κατά τη γνώμη μου, βερμπαλιστικά ασαφής) της Συμπαράταξης Πολιτών για τα όσα ισχυρίζεται ο πρώην δήμαρχος και, τέλος, οι (ευκαιρίας δοθείσης) αντισυριζικές απόψεις του Χρήστου Ποτόλια και της Λαϊκής Συσπείρωσης. Κοινώς, πήραν φωτιά τα… πληκτρολόγια.

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΛΟΥΓΚΡΟΠΟΙΗΣΗ



Εντάξει. Το ότι ο Ηλίας Ψινάκης θα έστηνε το δικό του («κραγμένο») σόου στο δήμο του Μαραθώνα, ήταν φυσικό κι αναμενόμενο. Από τέτοια «ζει» και από τέτοια «θρέφεται» ο άνθρωπος. Γι’ αυτό, ούτε τα «μωρή» μας αιφνιδίασαν ούτε οι γαμήλιες ευχές για «εμάς τις ανύπαντρες» μας σόκαραν ούτε ο πολιτικός του πολιτισμός με τα «άσε μας ρε κουκλίτσα μας» (όπου «κουκλίτσα» ο πρώην δήμαρχος) μας έκαναν να κοκκινίσουμε. Αυτός είναι, αυτά θα λουστούμε.

Όμως –και για να πούμε και του στραβού το δίκαιο– ο Ψινάκης την προσωπική του αλήθεια «πουλάει» και με αυτήν την αυθεντική του «πραμάτεια» διαπραγματεύτηκε το δημαρχιακό αξίωμα με το διψασμένο για κλειδαρότρυπες και ξεκατινιάσματα πόπολο. Και εκ του αποτελέσματος, αυτή «εκτιμήθηκε» από τους ψηφοφόρους του και αυτήν «εμπιστεύτηκαν» για το μέλλον του τόπου τους. Το ότι κάτι τέτοιοι (χιλιάδες όμως) πολίτες έχουν και δικαίωμα ψήφου, είναι μία άλλη (πικρή) ιστορία που προς το παρόν (τουλάχιστον) προτείνω να την προσπεράσουμε…

Αυτό που είναι εντυπωσιακό (και μάλλον κάνει και τη «διαφορά») είναι ότι τα «σκέρτσα» και τα «καμώματα» του δήμαρχου Ψινάκη αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στην «τηλεοπτική αρένα», μετατρέποντας τον λόγο και την αισθητική των «διασκεδαστών» και των μανατζαρέων σε πολιτικό αιτούμενο. Κι επειδή τα «ανάλαφρα» και τα «ανέμελα» απορροφούνται με μεγαλύτερη ευκολία (άμα τι και απόλαυση) απ’ ότι τα «σύνθετα» και τα «στενάχωρα», καταλαβαίνετε και το τι πάρτι γίνεται στις υψηλής (είναι αλήθεια) ακροαματικότητας πρωινές και μεσημεριανές εκπομπές των πάσης φύσεως… τρισευτυχισμένων ζαβών.

Θα μου πείτε, σπλάχνο από τα σπλάχνα τους είναι ο Ψινάκης, θα μπορούσαν ποτέ να του συμπεριφερθούν διαφορετικά; Της ιδίας «ράτσας» και του ίδιου κακού συναπαντήματος «τρόφιμος» με αυτούς, θα ήταν ποτέ δυνατόν να μην απολάμβανε της προβολής και των τιμών τους, όταν επί μία εικοσαετία και βάλε, συμμαχούν μαζί του για την καθ’ ημάς αποχαύνωση; Όμοιοι ομοίω…

Πίσω όμως από τα επαινετικά χαχανοσχόλια του ζεύγους Λιάγκα–Σκορδά και τους γεμάτους νάζι και τσαχπινιά ενθουσιασμούς της Ελεονόρας Μελέτη, αναδύεται μία καινούρια «πολιτική οσμή». Η γαργαλιστική ελαφράδα και το παρδαλό εφήμερο γίνονται «πρόταση» και «παράδειγμα». Τα λουμπενίστικα καλιαρντά αποκτούν γλωσσική και ιδεολογική οντότητα, ενώ η κοινωνική αγωνία μετακινείται προς μία ξέφρενη και ξεσαλωμένη λουγκροποίηση, ικανή όχι μόνο να «αναστήσει» τον παραπαίοντα λαϊφσταλισμό, αλλά και να νοηματοδοτήσει από την αρχή τη νεοελληνική καφρίλα.

Πράγματα όχι και ιδιαίτερα δύσκολο για να επιτευχθούν, αν λάβουμε υπ’ όψιν και το… υψηλό μας πνευματικό και πολιτικό επίπεδο.