Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΙΖΥΗΝΟ




Ήταν ένα βράδυ όπως όλα «γύρω από την τηλεόραση». Βαρετό, μονότονο και ψυχοφθόρο. Καιρό τώρα, οι εναπομείνασες τηλεοπτικές μου αντοχές, εξαντλούνταν στις εκλεκτές επαναλήψεις της ΝΕΤ (από τον Καρυωτάκη μέχρι τον Πρίγκιπα), στα «μουσικά ερεθίσματα» του Νίκου Κυπουργού και στις υποδειγματικές σειρές των Δανών και του BBC. Πέριξ τούτων, ο απόλυτος πνευματικός υποσιτισμός.

Και κάπου εκεί, εγένετο φως, λαμπρότατον. Με τον επίμονο Δήμο Αβδελιώδη να «αναθερμαίνει» το πάθος του με το έργο του Βιζυηνού, διαβαίνοντας μαγευτικά το Μόνον της Ζωής του Ταξείδιον και με μοναδική συνοδοιπόρο στη σκηνή, την αστείρευτη Μαρίνα Αργυριάδου. Η καθηλωτική της ερμηνεία, η πνευματική και σωματική της «μάχη» με το κείμενο, ο ίδιος ο «γλωσσικός παράδεισος» του έργου, αναζωπυρώνουν ξανά το ενδιαφέρον μου για το έργο του συγγραφέα. Και μετατρέπουν μία αδιάφορη τηλεοπτικά νύχτα, σε ένα μακρύ διάλογο με τα κείμενα του Γεωργίου Βιζυηνού. Αρχής γενομένης με το εκπάγλου ομορφιάς, Ποίος Ήτον ο Φονεύς του Αδελφού μου. Η προσωπική μου «μάχη» μαζί του μόλις είχε αρχίσει…       

Μη σας παραξενεύει διόλου το… πολεμικόν του πράγματος. Η ανάγνωση του Ποίος Ήτον  ο Φονεύς του Αδελφού μου, (φρονώ του κορυφαίου διηγήματος της ελληνικής λογοτεχνίας), είναι μία «πυκνή περιπέτεια» με τον χρόνο, τα συναισθήματα, τις εικόνες, την ιστορία και - κυρίως - ένα συναρπαστικό «αγώνισμα» με τη γλώσσα. Εκεί όπου τα «πάνοπλα» εργαλεία από το γλωσσικό εργαστήριο του ιδιοφυούς συγγραφέα, μεταμορφώνουν μία «οικογενειακή υπόθεση», σε ένα σύμπαν «αισθητικού θριάμβου».   

Ο χωμάτινος ορίζοντας της γενέτειρας Βιζούς, τα «ηθογραφικά υλικά» της Θρακιώτικης γης, οι μετακινήσεις εντός του «κατεχόμενου ελληνισμού», οι γεωγραφικοί κύκλοι ανάμεσα Πόλεως και Κύπρου, οι πολιτισμικές «αναμετρήσεις» φυλών και  θρησκειών, «συνοδοιπορούν» ιδανικά με την πνευματική αναγέννηση της Ευρώπης και τις «κοσμοπολίτικες αύρες» της δεκαετίας 1875 – 1885. Σε αυτό το περιβάλλον, η (σχεδόν αστυνομική) ιστορία του Βιζυηνού, αποκτά διαστάσεις «ψυχαναλυτικού θρίλερ» με ισχυρές δόσεις «μεταφυσικών αιρέσεων». Τόποι εξαίσιοι για να «στηθεί» ένα λαμπρό διήγημα. Μία τελετουργία δραματικής γονιμότητας.

Εδώ ακριβώς, έρχεται η φλέγουσα γλώσσα του Βιζυηνού (ένας αξεπέραστος συγχρονισμός ανάμεσα στην καθαρεύουσα της διήγησης και την «βαριά» καθομιλουμένη των διαλόγων), για να μετουσιώσει λεκτικά την «εσωτερική θερμότητα» των ηρώων του, να «καθαρογράψει» τον «εθνικό βρασμό» μεταξύ Τούρκων και Θρακιωτών και να «σκάψει» βαθειά στις ενοχές των συνειδήσεων. Σημείο που παραπέμπει ευθέως στο Έγκλημα και Τιμωρία του Ντοστογιέφσκι και στα εσωτερικά αδιέξοδα του Ρασκόλνικωφ. 

Η μαγεία του «λογοτεχνικού κόσμου» του Βιζυηνού, απαλλαγμένη εντελώς από οποιονδήποτε «διανοητικισμό», καθιστά το Ποίος Ήτον ο Φονεύς του Αδελφού μου, ένα ανεπανάληπτο αφήγημα. Τέτοιο, που θα «αναγκάσει» ακόμη και αυτόν τον αυστηρό και «ιδιότροπο» Παλαμά να το χαρακτηρίσει ενθέρμως, ως «διηγηματογραφικό αριστούργημα». Και – πιστέψτε με – χωρίς καμία μα καμία υπερβολή.

Υ.Γ.
Όσοι επιθυμούν να διαβάσουν τα διηγήματα του Βιζυηνού, ας προτιμήσουν την εξαιρετική έκδοση της «Εστίας». Μπορεί να είναι «φτωχική» στην εμφάνιση, αλλά φιλολογικά πλουσιότατη. Και μόνο η παρουσία του Παναγιώτη Μουλλά στην επιμέλεια του τόμου, αρκεί.

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

ΑΣΙΤΙΑ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ



Δύο, ίσως και παραπάνω χρόνια θα έχουν περάσει από τότε που κάποιοι δάσκαλοι και καθηγητές από τα μεγάλα σχολικά συγκροτήματα της Αθήνας (αυτά τα οικιστικά «τέρατα της εκπαίδευσης»), τόλμησαν  να βγουν και να μιλήσουν δημόσια για νηστικά παιδιά. Για μαθητές πεινασμένους που λιποθυμούσαν από ασιτία μέσα στις τάξεις και τις αυλές. Και να περιγράψουν σκηνές Βικτωριανής εποχής που εξελίσσονταν  «δίπλα» ακριβώς στο καταναλωτικό μας όνειρο. Στα «υπόγεια του καπιταλισμού»  ζωντάνευαν ξανά τα διηγήματα του Ντίκενς. Το καινούριο φιλμ της «νέας κατοχής».

Μπορεί η Ελλάδα να έβγαινε σιγά – σιγά από την οικονομική της φαντασίωση, αλλά της ήταν ακόμη αδύνατο να συνειδητοποιήσει το μέγεθος της επερχόμενης δυστυχίας. Γι αυτό, και μόνο στο άκουσμα της λέξης «ασιτία», πολλοί ήταν εκείνοι που έσπευσαν να κρυφτούν πίσω από το πρόβλημα, καταφεύγοντας σε ειρωνείες και μιλώντας αβασάνιστα για «υπερβολές» και «μεμονωμένα περιστατικά». Εδώ που τα λέμε, για ένα ολόκληρο σύστημα που επί δεκαετίες ολόκληρες επένδυε ιδεολογικά στο μύθο της ευμάρειας και της «γονιδιακής ανωτερότητας», ήταν κομματάκι δύσκολο να «εξοικειωθεί» μέσα σε μία νύχτα με τον εφιάλτη της πείνας.

Ο χρόνος όμως υπήρξε «ο χειρότερος εχθρός». Το φαινόμενο πήρε διαστάσεις επιδημίας και η εξάπλωση του έφτασε μέχρι τις πόρτες μας. Στην κάποτε ήσυχη και εν πολλοίς αλληλέγγυα επαρχία. Στους διπλανούς μας. Στα άλλοτε αυτάρκη χωριά μας. Και όταν πλέον άρχισε να τις «κτυπάει» απειλητικά, το σύστημα αναδιπλώθηκε. Και (φυσικά) έπραξε το αθλιότερο που θα μπορούσε: θεσμοθέτησε την ασιτία!

Ερμηνεύεται αλλιώς ο στόμφος και το «απλανές» του ευρωβουλευτή της Νέας Δημοκρατίας Γιώργου Παπανικολάου όταν έμπλεος από χαρά και υπερηφάνεια διαλαλεί προς πάσα «επικοινωνιακή κατεύθυνση» την «επιτυχία» της απόσπασης  αύξησης του προϋπολογισμού για την προώθηση της κατανάλωσης φρούτων στα σχολεία στα 150 εκατομμύρια Ευρώ; Εξηγείται διαφορετικά ο  κομπασμός του για την παράλληλη αύξηση των ποσοστών συγχρηματοδότησης από την ΕΕ σε 75% ή 90% για ορισμένες περιοχές, την περίοδο 2014 έως 2020, γεγονός που θα συμβάλει στην αντιμετώπιση περιστατικών υποσιτισμού μαθητών;

Σκέφτομαι πόσο απαξιώθηκαν (μα και πόσο λοιδορήθηκαν) εκείνοι ο δάσκαλοι και οι καθηγητές από αυτούς που έρχονται σήμερα να επενδύσουν το πολιτικό τους μέλλον πάνω  σε ένα κοινωνικό μαρτύριο. Πόσο κυνικά και ξεδιάντροπα τους αντιμετώπισαν τότε. Πόσες μομφές και κατηγόριες δεν ακούστηκαν εις βάρους τους. Πόσα υπονοούμενα δεν ρίχτηκαν από τις «συχνότητες της προπαγάνδας» τους. Σαν τώρα να ακούω τον Οικονόμου και τον Αναγνωστάκη να μιλάνε για «κομματική εκμετάλλευση» και για «ανήθικες συμπεριφορές».

Και τώρα νάτοι. Συνειδησιακά ανάλαφροι να ενδύονται ρόλο ευεργέτη (της μεγάλης σχολής Μαριάννας Βαρδινογιάννη) και να επαίρονται για κονδύλια και αυξήσεις. Και να ομολογούν ανερυθρίαστοι αυτό που μέχρις εχθές οίκτιραν και χλεύαζαν.

Ψευδαίσθηση καμία. Υποκριτές και τότε, υποκριτές και τώρα. Και οι κόσμοι δύο. Ο δικός μας στην ασιτία και ο δικός τους στην ασωτία. Μένει η επιλογή της όχθης. Έτσι κι αλλιώς τα νερά του ποταμού είναι ταραγμένα…

Υ.Γ.
Προσέξατε την χρονική διάρκεια της «χορηγίας φρούτων»; Από το 2014 έως το 2020. Πότε είπαμε αρχίζει η ανάκαμψη;

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ "ΑΘΗΝΑ"




Και το όνομα αυτού… Αθηνά. Πρωτότυπο δεν το λες, αλλά ως σχέδιο γενικής απαξίωσης (και σταδιακής εκκαθάρισης) των ανθρωπιστικών επιστημών από τα ελληνικά πανεπιστήμια, παραείναι συνεπές με τις απαιτήσεις που επιβάλλουν οι… νεοφιλελεύθερες αγορές.

Με την ελληνική κοινωνία να βρίσκεται «χαμένη στην μετάφραση» του ιδιωτικού της βίου και την εκπαιδευτική κοινότητα να αδυνατεί να αρθρώσει «λόγο Παιδείας», οι πρόσφατες συγχωνεύσεις και καταργήσεις σχολών και τμημάτων στην Ανώτατη Εκπαίδευση θα περιοριστούν σε μία και μοναδική «ανάγνωση». Αυτή των… τεχνικών λεπτομερειών! Επακόλουθο θαρρώ μιας παγιωμένης «ιδεολογίας σπουδών» που συνδέει την μάθηση με το επαγγελματικό μέλλον. Και μόνο με αυτό…

Θα μπορούσα να κατανοήσω πλήρως ένα «είδος πανεπιστημίου» που μέσα από τον «μορφωτικό του κύκλο», θα παρέχει «πτυχία ειδικοτήτων» και ταυτόχρονα, οι παρεχόμενες γνώσεις του θα έχουν άμεσο αντίκρισμα στην αγορά εργασίας. Τουτέστιν, ένα «εκπαιδευτικό μοντέλο» προσαρμοσμένο στις ανάγκες της οικονομίας, ικανό να αντιλαμβάνεται, να διαμορφώνει και να εξελίσσει το «καταναλωτικό προϊόν». Κι όσο κι αν διαφωνώ με μία τέτοια προοπτική, δεν μπορώ να παραγνωρίσω το κύριο: ότι οι υποστηρικτές αυτής της άποψης, θα έχουν κάθε δικαίωμα να μιλάνε για ένα «πανεπιστήμιο με ταυτότητα». Ενίοτε και με κύρος.

Αντ’ αυτού, οι ελληνικές κυβερνήσεις, διαχειρίστηκαν ένα «σύστημα παιδείας» με όρους μικροπολιτικής (ή μεταμοντέρνου κοτζαμπάση;), φορτώνοντας την ελληνική ενδοχώρα με παρηκμασμένες και ανυπόληπτες σχολές, προσπαθώντας να ισορροπήσουν ανάμεσα στο κλέος της «ελληνικής αγωγής», την εφήμερη δυναμική των «τοπικών κοινωνιών» και την επαγγελματική αποκατάσταση των (κατά κανόνα) αμόρφωτων αποφοίτων! Και φυσικά, ως ατάλαντοι ακροβάτες, το μόνο που κατάφεραν ήταν να παρασύρουν στις ατομικές τους πτώσεις το πολυτιμότερο αγαθό που μας είχε απομείνει: την ακριβή μας Παιδεία.

Παράλληλα, η μεγάλη πλειοψηφία των καθηγητών και των πρυτάνεων, ανακυκλώνει το χρόνιο μορφωτικό της έλλειμμα και αδυνατεί να «εισέλθει» στην ουσία της επαπειλούμενης εξόντωσης των σχολών «που μας ορίζουν». Η συντεχνιακή αντιμετώπιση της πιο «ύπουλης» και καταστροφικής για τον μέλλον των ελληνικών γραμμάτων «μεταρρύθμισης», απλά καταγράφει (και επίσημα πια) την πνευματική τους κόπωση και την αμηχανία των περισσοτέρων να ανταποκριθούν σε κρίσιμες (και εθνικά επώδυνες) εξελίξεις.

Πως αλλιώς να «διαβάσεις» την σιωπή (ή και την ανοχή) όλων, στην σταδιακή εξάλειψη των Φιλοσοφικών σχολών, της Αρχαιολογίας, της Θεολογίας, της Ιστορίας, της Παιδαγωγικής, της Γλωσσολογίας, της Εθνολογίας, της Λαογραφίας… Και μάλιστα με το πιο «φτηνό» και επικίνδυνο πρόσχημα: αυτό της «ανεργίας των πτυχίων» τους!

Διότι, αν η πολιτική ηγεσία του τόπου πίστευε πραγματικά στον ρόλο της «ημετέρας Παιδείας» (με βάση τους… διατυμπανισμούς της), αν όντως ήθελε να νοηματοδοτήσει εμπράκτως τις ιστορικές μας αναφορές και παραδόσεις, τότε, η μόνη «ορθολογική επένδυση» θα ήταν μία αυστηρή και μεθοδική «αξιοποίηση» των ανθρωπιστικών επιστημών. Επί της ουσίας, την ανάδειξη των Ελληνικών Γραμμάτων και του Πολιτισμού σε… βαριά βιομηχανία. Και ίσως έτσι να λάμβανε περιεχόμενο το δόγμα περί… ευκαιριών στην κρίση!

Μόνο που και αυτές χρειάζονται όραμα και πίστη. Λένε και πολιτική βούληση. Με μία προϋπόθεση: το πολιτικό ον να μην είναι… άβουλο. Πράγμα δύσκολο (έως και ακατόρθωτο) στις μέρες μας… 

Υ.Γ.
Για περισσότερες «ιδέες» και παράλληλες σκέψεις, ανατρέξτε στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ του Εξάντα, El Sistema. Πέρα από την γοητεία του, θα γίνετε μάρτυρες μιας απίστευτης «πνευματικής κοσμογονίας», μιας συλλογικής δημιουργίας με επίκεντρο τον άνθρωπο και μιας προοδευτικής οικονομίας γεμάτη ταπεινότητα και υγεία. Και σας προετοιμάζω: οποιαδήποτε σύγκριση με τα καθ’ ημάς, απλά θα επιδεινώσει τα συμπτώματα της καλπάζουσας μελαγχολίας σας.

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Η ΑΒΑΣΤΑΧΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΚΚΕ




Θυμάμαι ακόμη εκείνη την εικόνα από το συλλαλητήριο για τον λιθάνθρακα. Όλη η πόλη στην πλατεία… τα νιάτα της, οι άνθρωποι του μόχθου και της εργασίας, οι απόμαχοι των καπνών και της θάλασσας, οι μανάδες και οι πατεράδες μας… και το ΚΚΕ μόνο του να βολτάρει πέρα - δώθε στη παραλία. Θλιβερό και μόνο ως θέαμα.

Βέβαια, η «κινηματική ατραξιόν» εκείνης της ημέρας, δεν ήταν ούτε αυτόφωτη, ούτε πρωτοφανέρωτη. Οι «μοναχικοί περίπατοι» του «κόμματος της εργατικής τάξης», αποτελούσαν ήδη μέρος των παραδόσεων και των συνηθειών του και αναπόσπαστο κομμάτι της εκ του Περισσού θεωρίας περί… ταξικότητας.

Θα την όριζα και… τοξική, αν κρίνω από την νέα «περιπέτεια» των Λαϊκών Επιτροπών και το ρόλο που επωμίζονται. Χρήσιμος ως προς την διαχείριση της αλληλεγγύης σε καιρούς ανθρωπιστικής κρίσης, θολός και διχαστικός στην πολιτική του αποστολή. Η διάθεσή τους να τραβήξουν (και πάλι) τον δικό τους δρόμο, παραμονές ενός πάνδημου συλλαλητηρίου, μόνο ως κομματική τύφλωση μπορεί να ερμηνευτεί. Απόρροια ίσως και της μαρξιστικής τους ασυνέπειας.   

Όμως, και κατά πως λέει και το Αριστοτελικόν, έξις δευτέρα φύσις. Κι έτσι, χωρίς καλά – καλά να το καταλάβουν, οι άνθρωποι του ΚΚΕ έγιναν οι… ψωριάρηδες των δρόμων. Μόνοι και απομονωμένοι. Και εσαεί περιφερόμενοι. Ασκόπως και αδιαλείπτως. Άλλοτε ως υποκατάστατο μιας ματαιωμένης εξέγερσης και άλλοτε ως μια αυτιστική σέχτα σε… εκδρομικόν επανάστασης. Άνευ επαφής και προσανατολισμού. Και τις περισσότερες φορές, «χαμένοι στην μετάφραση» της κομματικής πίστης και αλληγορίας.

Η συνειδητή επιλογή αυτού του παράδοξου «κινηματικού μοναχισμού», ανέδειξε ένα καινούριο είδος αισθητικής, εν πολλοίς άγνωστο (έως απωθητικό) στην κουλτούρα της παγκόσμιας Αριστεράς. Μοιραία, ο εγκλωβισμός σε έναν «παλαιοημερολογίτικο φορμαλισμό» θα ενισχύσει έτι περισσότερο την ελλοχεύουσα γραφικότητα των εκφραστικών μέσων του κόμματος. Η ιδεολογική και πολιτική του γλώσσα, θα μετεξελιχθεί σε ένα προβλέψιμο επικοινωνιακό εργαλείο, αποστεωμένο από συγκίνηση και φορτίσεις. Οι «κομματικές συναγωγές» θα ενδυναμώνουν συνεχώς το χάσμα με την ομορφιά, ενώ οι δημόσιες συμπεριφορές και οι συλλογικοί του τρόποι θα υποτροπιάζουν συνεχώς προς  «λαϊκότροπες εκτονώσεις».

Όλη αυτή η διολίσθηση προς την μετριότητα, θα εκδηλώσει έντονα συμπτώματα εγωισμού και μονομανίας. Ο «πολιτικός αναχωρητισμός» και η «κομματική αλήθεια» θα γίνουν εφαλτήρια γραφικότητας και συντηρητισμού. Η θεωρητική κόπωση (άλλως και «μαρξιστικός αναλφαβητισμός») θα καλλιεργήσει ένα καινούριο είδος «πίστης και αφοσίωσης», στα πρότυπα μιας ιδιάζουσας «κομμουνιστικής ορθοδοξίας».

Δεν μέμφομαι. Λυπάμαι μόνο. Γιατί, τον απλό κόσμο του ΚΚΕ, τους χιλιάδες αγνούς και ανιδιοτελείς αγωνιστές που κινητοποιούνται μέσα από τις «γραμμές» του, δεν τους πρέπει αυτή η... τύχη. Δυστυχώς, στην σημερινή συγκυρία, στις σύνθετες και ραγδαίες εξελίξεις της πολιτικής και της κοινωνίας, αποδεικνύεται με τον πιο τραγικό τρόπο, πόσο ανίκανη και ελλειμματική είναι η ηγεσία του. Πόσο «αδιάβαστη» και φοβική. Γι αυτό και τόσο (μα τόσο) ακίνδυνη.

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗ (ΣΙΜΙΤΣΗΣ - ΒΑΚΙΡΤΖΗ)



Είμαι πολύ θυμωμένος με τον κύριο Σιμιτσή. Και το ομολογώ δημόσια. Θυμωμένος και οργισμένος μαζί. Όλα τα περίμενα από αυτόν, αλλά να φτάσει στο σημείο να υπονομεύσει με τόσο αχρείο και κακόγουστο τρόπο την τιμητική εκδήλωση που διοργανώνει μία παράταξη του Δημοτικού Συμβουλίου (συγκεκριμένα την εκδήλωση της Συμπαράταξης Πολιτών για την Ποιήτρια Χρυσούλα Βακιρτζή), ξεπερνάει κάθε όριο ανοχής και κατανόησης.

Δεν είναι της ώρας να μιλήσω για το ποιητικό έργο της Βακιρτζή και για το ψυχικό της μεγαλείο. Εξ άλλου όταν γι αυτό έχουν προηγηθεί οι γνώμες του Οδυσσέα Ελύτη και της Κικής Δημουλά, μόνο η σιωπή, η περίσκεψη και η ανάγνωση των ποιημάτων της απομένουν. Τίποτε μα τίποτε άλλο.

Μπορώ όμως να μιλήσω για την ανήκουστη συμπεριφορά του Δημάρχου. Μπορώ, γιατί βίωσα «από μέσα» όλη την προετοιμασία της εκδήλωσης. Γιατί έζησα το μεράκι του Γιάννη Κουκιά γι αυτό που θα παρουσιαστεί στη σκηνή του θεάτρου. Γιατί είδα την προσήλωση, το σεβασμό και το πάθος στις ερμηνείες της Κατερίνας Ηλιάδου και της Έλενας Χωματά. Επειδή χάρηκα και συγκινήθηκα για την αυθόρμητη και γεμάτη αγάπη συμμετοχή του Τόλη Βουρβουτσιώτη, του Δημήτρη Εμμανουηλίδη, του Βασίλη Κυριλλίδη και της Παρασκευής Φετά. Πιότερο όμως γιατί παραμένουν άσβεστα μέσα μου τα συναισθήματα που ξεπηδούσαν από την ίδια την Χρυσούλα στις προσωπικές μας (και τόσο ακριβές) συνομιλίες.

Και λέω, δεν μπορεί. Όλο αυτό ξεπερνάει πια τα «σύνορα μιας παράταξης». Είναι κάτι παραπάνω από μια «φιλολογική βραδιά». Από μία «εκδήλωση». Γι αυτό και παρακάλεσε τον Άρη Βέρρο να ενημερώσει έγκαιρα τον κύριο Σιμιτσή, να του προτείνει να μην βάλει την ημέρα της εκδήλωσης συνεδρίαση του Δημοτικού Συμβουλίου (γεγονός που θα επέτρεπε και στους δημοτικούς συμβούλους να τιμήσουν με την παρουσία τους την Ποιήτρια) και, φυσικά, να καλέσει και τον ίδιο προσωπικά σε αυτήν. Και έτσι έγινε. Ο Δήμαρχος αποδέχθηκε την πρόταση και όλα είχαν πάρει τον (φυσιολογικό τους) δρόμο. Ή έτσι νόμιζα…

Και ξαφνικά, την Τετάρτη το βράδυ, «σκάει» η είδηση της εκδήλωσης του Δήμου Καβάλας με τίτλο: Ημέρα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία (ω του θαύματος), έχει την  ίδια ημερομηνία με αυτή της Συμπαράταξης Πολιτών και με χρονική απόσταση μόλις μίας ώρα. Το βέβαιο είναι ότι δεν συμπίπτουν οι χώροι. Σε αυτό ο κύριος Σιμιτσής υπήρξε γαλαντόμος και τυπικός!

Και τώρα μένω να αναρωτιέμαι. Πόσο πιο θλιβερός μπορεί να γίνει ένας Δήμαρχος; Πόσο μικροπρεπής και εκδικητικός; Αυτός, ό κάποτε ευαίσθητος και δημοκράτης. Ο κάποτε… άλλος (;).