Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

ΜΝΗΜΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΜΑΡΤΗ



Το όνομα του Νικόλαου Μάρτη με «συνοδεύει» από τις πρώτες μεταπολιτευτικές ημέρες. Το άκουγα στο σπίτι από τη γιαγιά την Άννα (καπνεργάτρια και κομμουνίστρια αναντάν–μπαμπαντάν), να το προφέρει με έναν απαράμιλλο σεβασμό, έτσι όπως μόνον οι πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη ήξεραν. Από τους γείτονές μας (ως επί το πλείστον αριστεροί από το Τσάτσκα, τον Προφήτη Ηλία και τα Ποταμούδια), δε θυμάμαι ποτέ να ειπώθηκε κουβέντα εναντίον του. Και για έναν περίεργο λόγο (και τότε ανεξιχνίαστο), οι ψηφοφόροι του στα «δεξιά σπίτια» μού ήταν πάντα συμπαθείς και αγαπητοί.

Στον απόηχο του θανάτου του, ξαναζωντάνεψαν οι μνήμες της «κοινωνικής μου αφύπνισης». Τότε που, ντουρντουβάκια της πολιτικής (και οπωσδήποτε μέλη κάποιας από τις «φυλές» των κομματικών νεολαιών), θα διαγωνιζόμασταν νυχθημερόν στις αφισοκολλήσεις και θα εκτονώναμε την εφηβική μας ορμή σε πολύωρα, ογκώδη και παλλόμενα «πηγαδάκια» πέριξ και εντός της Πλατείας Ελευθερίας. Κνίτες με τη φλόγα επαναστατημένων πιονέρων, λεπτεπίλεπτοι Ρηγάδες, εκείνοι οι θαρραλέοι που ξεμύτισαν ένα πρωί για να «υψώσουν» την ταμπέλα του ΠΑΣΟΚ στην Ίωνος Δραγούμη (τους θυμάμαι ακόμη: ο Νίκος Μωράκης και ο Θανάσης Κερανόπουλος!), οι λιγοστοί και διακριτικοί της Ενώσεως Κέντρου, κάποιοι «μπαρουτοκαπνισμένοι» ΕΚΚΕτζίδες, η Πόπη από το ΚΚΕ μ.λ., οι «συστημικοί» της ΟΝΝΕΔ…

Εκείνα τα χρόνια, ήταν αδύνατο να εκτιμήσουμε αυτά που σήμερα αποτελούν «πολιτικά ζητούμενα». Θέλετε η αψάδα των καιρών, θέλετε οι ιδιότυποι ιδεολογικοί μας φανατισμοί, τα ίδια μας τα νιάτα ίσως που επιβεβαιώνονταν μέσα από καινούριες «αγωγές», καθιστούσαν τις «παλαιές αρετές», γράμμα κενό και εξόριστο. «Σημεία των καιρών» που το αντίτιμό τους θα το «πληρώσει» δραματικά η χώρα από το «κομματικό σούργελο» που θα προέκυπτε μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Ο Νικόλαος Μάρτης ήταν αυτό ακριβώς που δεν κατάφερε να «προστατέψει» η αστική δημοκρατία. Το «είδος» εκείνο των πολιτικών που –ξέχωρα από τις ιδεολογικές τους καταβολές και αναφορές– μετέδιδαν την ευγένεια, το ήθος και την καλλιέργεια μιας «άλλης πατρίδας». Άνθρωποι συνετοί και μετρημένοι που γαλουχήθηκαν και «άντρωσαν» μέσα στις δυσκολίες της ζωής και τους αγώνες τους για μία συλλογική προκοπή. Άνθρωποι ταπεινοί, σεμνοί, αθόρυβοι, εργατικοί…

Σκέφτομαι με ποιους σημερινούς να συγκρίνω τον Νικόλαο Μάρτη. Ποιους να βάλω δίπλα στον Λυμπερίδη, τον Δούκα, τον Κοντομισόπουλο, τον Λυμπέρη, τον Λασκαρίδη. Και ποιος να σταθεί ισάξιος απέναντι στους κραταιούς Παναγιωτόπουλο, Αστεριάδη, Δημοσθενόπουλο…

Να γιατί ο θάνατος του Νικόλαου Μάρτη, εκτός από την φυσική του απώλεια, κουβαλάει μέσα του και μιαν άλλη μελαγχολία. Αυτήν που, ένεκα των συγκρίσεων, σε «ρίχνει» σε βαριά κατάθλιψη. Παράγωγο προφανώς και της «εθνικής μας μοναξιάς».

Ταρζανιές μέσω... Ζouglas.



Από τα χρόνια της 17Ν, απόκτησα ένα «ψυχαναγκαστικό κουσούρι». Μπορείς να το πεις και «πολιτική διαστροφή», αλλά τώρα δεν είναι της ώρας να μπούμε σε τέτοιες παράπλευρες ερμηνείες. Ποιο είναι αυτό το «κουσούρι»; Να διαβάζω μία, δύο ή και τρεις φορές τις μακροσκελείς προκηρύξεις όλων των τρομοκρατικών (;) οργανώσεων που, συνήθως, έπονται των (ούτως ή άλλως) αποτρόπαιων δολοφονιών τους. Φυσικώ τω λόγω, αυτή μου η «κλίση» να συνοδεύεται και από μία ιδιαίτερη αντίληψη ως προς τις «λεπτομέρειες» των κειμένων, αλλά και για τα όσα (διόλου αμελητέα) συνηθίζεται να τα συνοδεύουν.

Μετά το φονικό του Νέου Ηρακλείου, ελάχιστοι ήταν αυτοί που αμφέβαλαν ότι αργά ή γρήγορα θα ερχόταν και η «ιδεολογική του πιστοποίηση» μέσω της «καθιερωμένης οδού». Ήγουν, της αποστολής προκήρυξης στα γνωστά προοδευτικά έντυπα (πάει να πει, ή στην Ελευθεροτυπία, ή στο Ποντίκι, ή –τώρα ίσως– και στην Εφημερίδα των Συντακτών) και πάντα με την πάγια τακτική της «παράδοσης»: ένα ανώνυμο τηλεφώνημα που οδηγεί τους δημοσιογράφους σε κάποια εσοχή κτιρίου, έναν εγκαταλελειμμένο κάδο, ένα σκοτεινό πάρκο, ή ένα περιφερειακό παρκινγκ. Ε, έστω και με δεκαπέντε μέρες καθυστέρηση… καλώς τηνε κι ας άργησε!

Όμως, άλλες οι «παλαιές συνήθειες» και άλλα τα νέα δεδομένα. Γι’ αυτό και «άλλη» η οργάνωση. Ποιος ΕΛΑ, ποια Σέχτα Επαναστατών, ποιος Μαζιώτης, ποια Ρούπα, ποιοι Συνωμότες από τους Πυρήνες της Φωτιές. Μία άγνωστη ομάδα με την επωνυμία «Μαχόμενες Επαναστατικές Λαϊκές Δυνάμεις» κάνει την εμφάνισή της και δημιουργεί εξ αρχής… σύγχυση. Τέτοια που, για πρώτη φορά στα χρονικά της «αντιτρομοκρατικής επικοινωνίας», να προφέρεται για λίγη ώρα και με λάθος όνομα! Για όσους ξέρουν και ασχολούνται με το αντικείμενο, δεν είναι διόλου ασήμαντο το «λάθος» τις αρχικής… ονοματοδοσίας. Όπως δεν είναι να προσπερνάς και το «εφεύρημα» για την «επιβεβαίωση εγκυρότητας» του USB από την ΕΛΑΣ, από τη στιγμή μάλιστα που η οργάνωση είναι «πρωτοεμφανιζόμενη» και οι «συγκρίσεις» δεν παρέχουν καμία ασφάλεια και σιγουριά. Ιδίως όταν οι «ειδικοί» της αντιτρομοκρατικής έχουν γίνει «ρόμπα» πριν από μία εβδομάδα με εκείνη τη «μυστική» (αλλά ευρέως… διαδεδομένη) «έκθεση» για τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Παρ’ όλα αυτά, το πράσινο (ή γαλάζιο;) φως για τη δημοσίευση της προκήρυξης εδόθη!

Η συνέχεια όμως κρύβει τα «όμορφα». Ποτέ άλλοτε στα παγκόσμια χρονικά μία «τρομοκρατική οργάνωση» που (αυτό)προσδιορίζεται ως αντιναζιστική (άρα, στα καθ’ ημάς, και αντιχρυσαυγίτικη) επιλέγει να «δώσει» την προκήρυξή της σε ένα Μέσο που προβάλει (και «πλασάρει») συνεχώς τα στελέχη των (υποτιθέμενων) εχθρών της και που με «συνοπτικά διαδικτυακά γκάλοπ» βγάζει το κόμμα τους πρώτο στις… προτιμήσεις. Και αυτό, όσο και να θες, όση «καλή πίστη» και να διαθέτεις, δεν μπορείς να το παραβλέψεις και να το… καταπιείς. Όπως δεν μπορείς να παραβλέψεις δύο πολύ «συμβολικές» λεπτομέρειες. Την επιλογή του «τόπου παράδοσης» και τη χρονική συγκυρία της «εμφάνισής» της. Συνειρμικά και μόνον, το μνημείο της Καισαριανής παραπέμπει ευθέως στους κομμουνιστές (με ό,τι αυτό συνεπάγεται) και η ημερομηνία «παράδοσης–παραλαβής»… φωτογραφίζει Πολυτεχνείο! Και αυτά, τυχαία δεν τα λες…

Στο «εσωτερικό» της μέρος, η προκήρυξη «διακρίνεται» από μία εξαιρετική… καλαισθησία. Σχεδιαστική και γλωσσική. Θεματικές ενότητες, διαστήματα στις παραγράφους, συχνή χρήση των εισαγωγικών, δημοσιογραφική δομή, παραπολιτικές διανθίσεις, λόγιες ακροβασίες, ευγενείς χαρακτηρισμοί… αλλά από «τρομοκρατικό περιεχόμενο», ΑΔΕΙΑ εντελώς! Κούφια! Ένα τσιτάτο του Μπουαναβεντούρα Ντουρρούτι στην αρχή για το ξεκάρφωμα και μετά ένα συνεχές copypaste από κείμενα του διαδικτύου, στερούμενα ειρμού, «πολιτικής προσωπικότητας» και «στόχευσης». Κουραστικές καταγραφές γνωστότατων γεγονότων, χαλαρά επαναστατιλίκια του στυλ «πίσω και σας φάγαμε», αναίτιες ιστορικές αναφορές, συνθέτουν ένα κείμενο, σκέτη… παρωδία!

Συμπληρώνω: για πρώτη φορά προκήρυξη που έπεται δολοφονίας αποφεύγει «επιμελώς» να εξιστορήσει τα «παραλειπόμενα» της επιχείρησης. Αρκεί η σαχλή και αφελής αναφορά σε «αναλώσιμους χρυσαυγίτες» για να κατανοήσει κάποιος και την «αριστεροφροσύνη» των εμπνευστών της. Γιατί, ακόμη και οι πιο αδίστακτοι τρομοκράτες, δε θα «επέτρεπαν» στον εαυτό τους να «μαγκέψει» με το θάνατο δύο… εφέδρων. Επίσης (και εδώ είναι το «κομβικό σημείο» της προκήρυξης), για πρώτη φορά δεν υπάρχει «ειδικό κεφάλαιο» για την «πουλημένη αριστερά», το «συστημικό ΚΚΕ», τους «αριστερούληδες», την «παγιδευμένη εξωκοινοβουλευτική αριστερά». Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η «αλλαγή προσανατολισμού»; Απλούστατο: αυτά που γράφονται στο 15σέλιδο κείμενο για την Χρυσή Αυγή, θα μπορούσαν να τα λένε και οι αριστεροί! Όπερ μεθερμηνευόμενο; Τα άκρα είναι εδώ και ακονίζουν μαχαίρια. Ενίοτε, λαδώνουν και τα zastava.

Έχει άραγε νόημα να πω και ποιους «βολεύει» η θεωρία;

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Με ένα Grunding την νύχτα του Πολυτεχνείου



Σαράντα χρόνια πριν και ‘γω στα δεκαπέντε μου. Μεσημέρι, με τον ήλιο του Νοέμβρη να προσπαθεί να τρυπώσει μέσα στο δυνατό γραίγο για να μας ζεστάνει. Μάταια. Σήμερα είχε ένα άλλο κρύο στην αυλή του Αρρένων. Και μιαν άλλη ησυχία. Θα μας διώξουν, είπαν κάποιοι από τις μεγαλύτερες τάξεις. Οι καθηγητές ανέβαιναν βιαστικά το φαγωμένο μωσαϊκό της σκάλας και χάνονταν μέσα στο γραφείο του γυμνασιάρχη. Όταν ο Πέτρος άρχισε να κατεβάζει τα στόρια από το κυλικείο, ο κύριος Βελισσάριος είχε πάρει θέση απέναντί μας. Με λόγια που θαρρείς τα έκοβε φέτες ένα αόρατο μαχαίρι μάς συμβούλεψε να φύγουμε γρήγορα για το σπίτι. Κανένας στο δρόμο! Αυτό πρόλαβε μόνο και άφησε τη φωνή του να σβήσει στις γυρισμένες μας πλάτες.

Κατεβήκαμε τη Γαλλικής Δημοκρατίας και πήραμε την Ομονοίας από την αρχή της. Δυόμιση η ώρα και η αγορά ήταν στο σχόλασμά της. Ο εφημεριδοπώλης αντίκρυ από τα Δικαστήρια σκέπαζε βιαστικά τον πάγκο του με μία αδιάβροχη τέντα και μέσα από τον Άγιο Νικόλαο ακούγονταν διαπεραστικός ο ήχος από τα κεπένγκια των εμπορικών. Στην πλατεία, σκορπίσαμε. Οι περισσότεροι έστριψαν για τη Βενιζέλου και όσο ανεβαίναμε προς τους κινηματογράφους, τόσο και αραιώναμε. Φτάνοντας στην Πυροσβεστική, είχα μείνει με τον Σωτήρη και τον Θανάση. Κόψαμε την κουβέντα. Περάσαμε γρήγορα από το μισογκρεμισμένο μπουρδέλο της Μαγδάλως και πήραμε το στενό δρόμο που έβγαζε στα Ποταμούδια. Χωρίσαμε. Δε θυμάμαι να ακούστηκε κανένα «γεια»…

Η μάνα μου με περίμενε στην ξύλινη εξώπορτα της αυλής. Άργησες, είπε και με τράβηξε μέσα. Πρόλαβα να δω δύο άδεια μάτια στο διπλανό παράθυρο. Του παππού μου του Θωμά ήταν. Το συνήθιζε τελευταία. Καθόταν μόνος στην άκρη του κρεβατιού και τα άφηνε να ταξιδεύουν έρημα στα νησιά. Άη Στράτη, Γυάρο, Μακρονήσι… Όμως σήμερα δεν ήταν όπως τις άλλες φορές. Δεν κοιτούσαν τη θάλασσα. Ούτε τα πουλιά που λάτρευε. Ήταν ολότελα άδεια. Τρομακτικά. Σαν κάτι να περίμεναν. Ένα κακό…

Στην κουζίνα είχε τελειώσει η λάτρα και ο πατέρας μου έφερε από τη διπλανή κάμαρη το παλιό Grunding. Απόρησα. Σχεδόν παρατημένο από τότε που τα αδέλφια του μας έστειλαν από την Γερμανία την ασπρόμαυρη Telefunken, συντρόφευε σιωπηλό στο ακριανό ράφι της βιβλιοθήκης το Κάστρο του Κρόνιν και το Κατηγορώ του Ζολά. Με το χέρι του να πηγαινοφέρνει τη βελόνα σε όλο το μήκος των βραχέων και με τον νου του συνεχώς στην κίνηση του δρόμου, πάσχιζε να «πιάσει επαφή» με εκείνες τις παράξενες φωνές που ερχόταν από τη Φωνή της Αλήθειας και την Deutsche Welle

Τα κατάφερε όταν είχε πέσει η νύχτα. Παντού σκοτεινιά. Μας φώτιζε όλους το πορτοκαλί φωτάκι του ραδιοφώνου. Δε μιλούσε κανένας. Μόνο άκουγαν. Κρατάω ονόματα. Οδός Στουρνάρα, Μουσείο, Πεδίον του Άρεως, Ζάππειο, Αρχιτεκτονική, οδός Πατησίων… Μία παρεμβολή, κάτι παράσιτα, ένα βουητό που τρυπάει τα αυτιά και ξανά η ίδια φωνή. Ακούω τον πατέρα μου να λέει κάτι για τον Γιάννη. Εκεί θα είναι… Σηκώνεται να ελέγξει το δρόμο. Κανείς. Δυναμώνει τον ήχο. Η φωνή φτάνει τσακισμένη. Κατεβαίνει στρατός. Κάποιος φωνάζει αδέλφια μας στρατιώτες… Κανείς δεν ακούει. Χωροφύλακες παντού. Συλλήψεις. Από τις ταράτσες αρχίζουν πυροβολισμοί. Ένα τανκς... Πάγωσαν όλα.

Λίγες ημέρες μετά, ο πατέρας μου θα αναγνωρίσει πίσω από την πλάτη του Νίκου Μαστοράκη τον Γιάννη. Πήγε να του βγει ένα λυγμός, μα τον κράτησε μέσα του. Ο Γιάννης ήταν εκεί… Αμίλητος, σκυφτός, ταλαιπωρημένος. Κάπνιζε και κοιτούσε στο ασπρόμαυρο κενό του ΚΨΜ. Μιας χώρας ολόκληρης.

Σαράντα χρόνια μετά και ‘γω εξακολουθώ να ψάχνω στο «έγχρωμο κενό» μας, με τα δικά του μάτια. Αυτά τα μάτια είναι το δικό μου Πολυτεχνείο. Τα μάτια του Γιάννη μέσα από το ΚΕΒΟΠ. Τα φυλαχτά μου. Και ο όρκος μου.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

ΑΡΙΣΤΕΡΗ (;) ΑΝΑΚΥΒΙΣΤΗΣΗ (συνέχεια)



Σε επιστολή του (που για δικούς του –περίεργους– λόγους επιλέγει να την απευθύνει στον κ. Διευθυντή και όχι σε εμένα προσωπικά), ο Βασίλης Τραϊφόρος απαντάει σε όσα του «καταλόγισα» στο κείμενό μου της Τρίτης 12 Νοεμβρίου. Την παραθέτω και… επιστρέφω.

Κύριε Διευθυντά,

Η προσωπική επίθεση που δέχθηκα από τον συντάκτη της στήλης "Η Πολιτική των Ανθρώπων" προκαλεί ανεπίτρεπτα, αλλά ουδένα εκπλήσσει. Δυστυχώς το ύφος και το ήθος του συνεργάτη σας όπως αποτυπώνεται στην εν λόγω στήλη επιτρέπει κατά κανόνα τους λεκτικούς προπηλακισμούς και τις συκοφαντίες όλων όσοι δεν ενστερνίζονται τις απόψεις του. Είναι προφανώς ζήτημα ηθικής και δεοντολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση η απάντηση περί το ερώτημα πιθανών συνεργασιών απηχεί τις πάγιες θέσεις μου για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, που υπερασπίστηκα μια ζωή τηρώντας τις παραδόσεις και το ήθος της Αριστεράς. Είναι γεγονός ότι εργάστηκα για το αυτοδιοικητικό "μανιφέστο" της "Συμπαράταξης Πολιτών", όπως επίσης είναι γεγονός ότι τούτο δεν στάθηκε αρκετό για να αποτρέψει την αήθη προσωπική επίθεση που δέχθηκα σε συνέλευση της παράταξης ενώπιον του συνόλου των στελεχών της παράταξης και του τοπικού Συνασπισμού, που παρακολουθούσαν ατάραχοι τα τεκταινόμενα. Τότε, η ηθική του κ. Γαμβρέλη και των άλλων στελεχών της παράταξης δεν εθίγησαν διόλου. Όσον αφορά το ζήτημα του ενδεχομένου συνεργασίας της ΔΗΜΑΡ με τη Συμπαράταξη Πολιτών έχει απαντηθεί και έχει αποκλειστεί από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Όταν ενόψει των αυτοδιοικητικών εκλογών του επόμενου Μαϊου προτάσσονται κατά σειρά τα ζητήματα του αντιμνημονιακού αγώνα και της κατάργησης του Καλλικράτη και ακολουθούν τα προβλήματα της αυτοδιοίκησης, απλά δεν υπάρχει περιθώριο για συζήτηση. Η πολιτική απομόνωση του ΣΥΡΙΖΑ και σε ότι αφορά τον δήμο Καβάλας της "Συμπαράταξης Πολιτών" δεν είναι έργο της ΔΗΜΑΡ, αλλά συνειδητή πολιτική επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ, που έχει πάρει διαζύγιο από τις πάγιες αυτοδιοικητικές αρχές της Αριστεράς. Οι συκοφαντίες, οι προπηλακισμοί και οι ατάκες και οι ύβρεις απλώς περιχαρακώνουν περαιτέρω τον χώρο και εκθέτουν τους εμπνευστές τους.

Με τιμή
Βασίλης Τραϊφόρος

Πριν απ’ οτιδήποτε, θα συμβούλευα τον «σύντροφο» Βασίλη Τραϊφόρο να είναι λιγάκι πιο προσεκτικός στις αναγνώσεις του. Και κυρίως, η μνήμη του να μην είναι τόσο «επιλεκτική». Όταν με το καλό τα καταφέρει, ίσως και να «μαζέψει» τα όσα  «εντυπωσιακά» περί «ύφους και ήθους» της στήλης και εμού του ιδίου… καταγγέλλει. Σε αντίθεση περίπτωση, θα πρέπει να εντάξει στο ίδιο «ανήθικο και συκοφαντικό κλίμα» της Πολιτικής Των Ανθρώπων και τη δημόσια υποστήριξή μου στην (παραδείγματος χάριν) Μαρία Ρεπούση. Και μένω εδώ…

Επίσης, για λόγους καθαρά και μόνο «ερμηνευτικής», να πω στον φίλτατο Βασίλη ότι η λέξη «προπηλακισμός» παραπέμπει ευθέως σε ενέργειες χλευασμού και εξευτελισμού. Μπορεί, άραγε, να μου υποδείξει ποιες ήταν αυτές οι λέξεις (ή οι εκφράσεις) που τον οδήγησαν σε ένα τέτοιο συμπέρασμα; Γιατί, όσο και να προσπάθησα με τις λίγες μου γνώσεις εις την ελληνικήν, δε βρήκα πουθενά τους… λεκτικούς τσαμπουκάδες που μου καταλογίζονται. Οπότε, με απτά παραδείγματα, περιμένω να διαφωτιστώ περί του αντιθέτου.

Επί του θέματος όμως. Η απάντηση του Βασίλη Τραϊφόρου μπορεί εντέχνως να μην απαντά σε τίποτε από όλα αυτά που (πολιτικώς) του «καταλόγισα», αλλά αποκαλύπτει μία καινούρια αντίφαση. Ενώ πριν από μία εβδομάδα διατείνονταν ότι για το θέμα των συνεργασιών στην τοπική ΔΗΜΑΡ όλα είναι ανοιχτά και ότι θα κουβεντιάσουμε με όλους, με την επιστολή του αυτή έχει ήδη αποκλείσει τη Συμπαράταξη Πολιτών. Μονοκονδυλιά! Χωρίς να προηγηθεί ο παραμικρός διαλόγος και χωρίς (αυτό, πού το πας) να υπάρξει επίσημη και τεκμηριωμένη απόφαση του κομματικού του φορέα. Να με συγχωρέσει, αλλά αυτά, μόνο δημοκρατικά και έντιμα δεν τα λες. Ειδικά όταν μία τέτοια «γνώμη–απόφαση» συνοδεύεται με τη χονδροειδέστατη αναλήθεια, ότι το ζήτημα του ενδεχομένου συνεργασίας της ΔΗΜΑΡ με τη Συμπαράταξη Πολιτών έχει απαντηθεί και έχει αποκλειστεί από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ…

Πότε άραγε συνέβη αυτό; Ξεχνάει ο αγαπητός Βασίλης ότι καμία ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και κάθε κομματική ηγεσία) δεν έχει δικαίωμα να μεταφέρει «γραμμή» στη συγκεκριμένη δημοτική παράταξη; Ξεχνάει ότι ο ίδιος είχε διαψεύσει δημόσια τα περί «διαγραφής» του από τη Συμπαράταξη Πολιτών όταν, διά «μαγικού τρόπου», αυτή διοχετεύθηκε στα Μέσα Ενημέρωσης; Ξεχνάει ότι και εγώ ως επικεφαλής της Νέας Πόλης και ο Άρης Βέρρος ως επικεφαλής της Συμπαράταξης Πολιτών δεν έχουμε ουδεμία οργανωτική σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ; Προς τι λοιπόν τόση παραχάραξη και «αφηρημάδα»;

Από την άλλη, ο Βασίλης Τραϊφόρος αναζητά το «τεκμήριο» της «πολιτικής του αθωότητας» σε ένα (όντως τραυματικό και ανεπίτρεπτο) γεγονός που «σήμανε» (να πω ευκαιρίας δοθείσης;) και την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ από τη Συμπαράταξη Πολιτών. Και μέσα στην «αναζήτησή» του αυτή, μου «χρεώνει» και ατάραχη παρουσία!!! Ξεχνάει όμως και πάλι κάτι βασικό ο Βασίλης: ότι εγώ ήμουν απών από εκείνη τη συνέλευση και, το κυριότερο, η ύστερη αντίδρασή μου στη συμπεριφορά των «εκτροχιασθέντων συντρόφων» μου (και όχι του συνόλου όπως ισχυρίζεται) υπήρξε εντονότατη και άκρως αποδοκιμαστική. Για τούτο, την άλλη φορά (αν και όποτε δηλαδή) που ο Βασίλης Τραϊφόρος θα θέσει υπό αμφισβήτηση την «πολιτική μου εντιμότητα», να είναι περισσότερο ενημερωμένος και σίγουρος. Και το λέω για τη δικιά του και μόνον αξιοπιστία…

Τα υπόλοιπα, σεβαστά και από τους πολίτες κρινόμενα εσαεί. Αυτοί άλλωστε γνωρίζουν πολύ καλά πώς ήταν η Τοπική Αυτοδιοίκηση πριν τα Μνημόνια και τον Καλλικράτη και πώς είναι σήμερα. Και αποχωρώντας, μία μικρή προτροπή: μακριά από ανίκανους, σύντροφε! Το είπα, και αμαρτίαν ουκ έχω…

Επί του πιεστηρίου.
Την ώρα που τελείωνα την απάντησή μου στο Βασίλη Τραϊφόρο (μεσημέρι Πέμπτης), στάλθηκε από τον ίδιο καινούρια επιστολή στην οποία αναφέρονται τα εξής: Ένας βασικότατος κανόνας δημοσιογραφικής δεοντολογίας είναι το δικαίωμα απάντησης-σχολιασμού σε αυτόν που βάλλεται, πολλώ δε μάλλον όταν πρόκειται για απρόκλητη επίθεση που αφορά ζητήματα ηθικής. Δυστυχώς, στην εφημερίδα «Νέα Εγνατία» τον αγνοούν. Στο φύλλο της περασμένης Τρίτης (12/11), στη στήλη «Πολιτική των ανθρώπων», δέχθηκα απρόκλητη προσωπική επίθεση από τον Μπάμπη Γαμβρέλη με αιχμές κατά της πολιτικής μου ηθικής και το απόγευμα της ίδιας μέρας έστειλα απάντηση στην εφημερίδα, η οποία δεν δημοσιεύτηκε στο φύλλο της επόμενης ημέρας. Δεν έστειλα την απάντηση σε άλλη εφημερίδα διότι υπέθεσα ότι ήταν ζήτημα πληθώρας στήλης, αλλά η απάντησή μου δεν δημοσιεύτηκε ούτε στο φύλλο της Πέμπτης 14/11. Ως εκ τούτου αποστέλλω την απάντηση προς κάθε ενδιαφερόμενο υπερασπιζόμενος εαυτόν έναντι μιας στήλης, που αρέσκεται στις προσωπικές αήθεις επιθέσεις, που τείνουν να γίνουν στοιχείο της ταυτότητας του συντάκτη της…

Χωρίς καμία διάθεση απολογισμού, να ενημερώσω το Βασίλη Τραϊφόρο (που τόσο πολύ αγωνιά για την «ηθική» της Νέας Εγνατίας), ότι μερικά πράγματα έχουν και τη σειρά τους. Όντως, η απάντησή του ήρθε στα χέρια μου το απόγευμα της Τρίτης, ώρα που ήδη έχει «κλείσει» η στήλη μου για την Τετάρτη. Ενδιάμεσα όμως –και αυτό δε θα μπορούσε να το γνωρίζει ο ίδιος– προέκυψε σχόλιο–απάντηση του δημάρχου Καβάλας, το οποίο προηγούνταν χρονικά από τη δική του. «Έπεσε δουλειά», βλέπετε. Το ότι ο Βασίλης Τραϊφόρος δεν «άντεξε» τόση μεγάλη καθυστέρηση και έσπευσε αμέσως να… μας την πει, δείχνει και το μέγεθος της προκατάληψής του.