Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

ΝΤΡΟΠΗ!




Όχι, δεν προσπερνάω τον κανιβαλισμό τον οποίο υπέστη ο υψηλόβαθμος δικαστής του Συμβουλίου της Επικρατείας από τον (εσαεί κανίβαλο) Μάκη Τριανταφυλλόπουλο. Τουναντίον! Και μόνο που κυκλοφορεί ακόμη ελεύθερος στην (ούτως ή άλλως zougla των Μέσων Ενημέρωσης) συνιστά μέγα πολιτικό και νομικό ατόπημα. Για να μην πω σκάνδαλο! Όμως στη συγκεκριμένη υπόθεση η τσογλανιά και (πρωτίστως) ο φασισμός που εκπέμπει η «δημοσιογραφία» του καθ’ έξην και κατά συρροή συκοφάντη, περνάει σε δεύτερη «ανάγνωση», αφού η («παρασυρόμενη») Αυγή φρόντισε να τον «ξεπλύνει» με τον χειρότερο τρόπο! 



Στο πρωτοσέλιδο - ντροπή, η εφημερίδα της πάλαι ποτέ Αριστεράς (και τώρα του ΣΥΡΙΖΑ) ταυτίζεται ευθέως με τις τακτικές του εκβιαστή, προβάλλοντας (στο εντελώς… τσίου) την πρωτοβουλία του κυρίου Παρασκευόπουλου για διερεύνηση ενδεχόμενων εγκληματικών πράξεων που αφορούν τη δικαιοσύνη, χωρίς να μπει καν στον κόπο να αναφερθεί και να εστιάσει στα σημαίνονται. Ούτε μία κουβέντα για τις υποκλοπές, ούτε μία λέξη για την εμπλοκή της ΚΥΠ σε αυτές, ούτε ένα κιχ (έστω) για το γεγονός ότι η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων συνιστά πράξη κακουργηματικού χαρακτήρα! Αντ’ αυτών, φλυαρίες για την επιταγή της μυστικότητας των ερευνών και το τεκμήριο της αθωότητας, γενικολογίες για την ανάγκη να συναισθανθούν την ευθύνη τους και ανέξοδες κόντρες με όσους με δηλώσεις, αποκαλύψεις και λοιπές παρεμβάσεις προσπαθούν να επηρεάσουν το έργο της απονομής της δικαιοσύνης.

Στην ουσία, η Αυγή αναπαράγει και εργαλειοποιεί πολιτικά ένα κατάπτυστο και ανήθικο δημοσίευμα (και από τις πρώτες αναγνώσεις, εντελώς ανυπόστατο), προκειμένου να αντιπαρέλθει στην αρνητική για την κυβέρνηση στάση του Συμβουλίου της Επικρατείας στο θέμα των τηλεοπτικών αδειών. Προσοχή όμως! Να αντιπαρέλθει όχι με επιχειρήματα και (κυρίως) με τον πολιτικό πολιτισμό που αρμόζει στον ρόλο και την ιστορία της, αλλά μέσω του… κιτρινισμού! Ίνα δικαιωθεί και η… ροζ εκδοχή του κυρίου Καμμένου ο οποίος έσπευσε (αυτός πρώτος) να υιοθετήσει το ρεπορτάζ-κλειδαρότρυπα με τιτιβίσματα του τύπου πλήττεται το κύρος του ΣτΕ.

Σε κάθε περίπτωση, η Αυγή είναι πολλαπλά εκτεθειμένη. Η (σχεδόν άμεση) υιοθέτηση όλων όσων καταγράφουν οι υποκλοπές σε συνδυασμό με την διάθεση των συντακτών της να προσπεράσουν στο «χαλαρό» το παράνομο της πράξης, την καθιστούν συνένοχη στη χυδαιότητα και τον φασισμό του Τριανταφυλλόπουλου. Το γνωρίζω. Θα ακουστεί υπερβολικό και «βαρύ» όλο αυτό, αλλά αν το φαινόμενο δεν χτυπηθεί εν τη γενέσει του, την ευθύνη θα την κουβαλάμε όλοι μας. Ένθεν κακείθεν των ιδεολογιών και των ρευμάτων.

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

ΤΟΥ '80 ΟΙ ΕΚΔΡΟΜΕΙΣ



Αραιά και πού –και όταν αυτό το «απαιτούν» οι ανάγκες κάποιων αναφορών και κειμένων– ανατρέχω στο προσωπικό μου αρχείο με τα περιοδικά που κατάφερα να περισώσω από τα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ελάχιστα μπροστά σε αυτά που το «απερίσκεπτον της νιότης» τα εξέθεσε στην αδιαφορία της φθοράς και (εν τέλει) της απώλειας. Έστω κι έτσι όμως, τα περισσότερα «επιμένουν» να αποτελούν ένα επαρκές δείγμα της ποιότητας που διαπερνούσε κάποτε τις εκδοτικές απόπειρες. Γεγονός που ενισχύει έτι περισσότερο τη θλίψη που προκαλούν σήμερα τα έντυπα της ελαφρολαϊκής μας ένδειας.

Πολλά δεν χρειάζονται για να διαπιστώσουμε τη μεθόδευση αυτής της πορείας. Αρκεί μόνο να μπούμε στον κόπο των συγκρίσεων και να αντιπαραθέσουμε τα «εργαλεία» εκείνα που διαμόρφωσαν τις συμπεριφορές και το γούστο μας. Να δούμε για παράδειγμα τι περιοδικά κυκλοφορούσαν (και διαβάζαμε) τη δεκαετία του ’80 και τι από το ’90 και μετά. Να θυμηθούμε ποιων θεαμάτων υπήρξα
με θεατές τότε και ποιων μετά. Να αποτολμήσουμε μία ηλεκτρονική περιπλάνηση στο Αρχείο της ΕΡΤ και να αντιπαραθέσουμε το περιεχόμενό του με τη σαβούρα της ιδιωτικής φαντασμαγορίας. Να ανατρέξουμε στη μουσική και τα τραγούδια που ακούγαμε πριν καταποντιστούμε στον αισθητικό βούρκο της εκτόνωσης. Τι βιβλία διαβάζαμε προτού ενσκήψουν τα εφήμερα λογοτεχνήμα
τα του εκδοτικού πολτού. Πώς ήταν οι πνευματικοί φορείς και τα σωματεία και πώς είναι σήμερα. Και πώς από τους ανθρώπους του πνεύματος εκπέσαμε στη μετριότητα των αδαών και των τυχάρπαστων. Δεν νοσταλγώ. Καταγράφω μόνο τη διαδρομή και χαράζω την όδευση των συμπερασμάτων.

Ιδού λοιπόν μπροστά μου το μνημειώδες Τέταρτο του Μάνου Χατζιδάκι. Το εμβληματικό Αντί του ακαταμάχητου Παπουτσάκη. Ο Πολίτης του ευγενούς Άγγελου Ελεφάντη. Η Λέξη, το Διαβάζω, ο Σύγχρονος Κινηματογράφος, το «διαφορετικό» Αμφί, το Τραμ, το Εξώπολις, ο Μανδραγόρας, η Οδός Πανός, το Άρδην, το Νέμεσις της πρώτης περιόδου… Μα, ακόμη και τα άλλα, τα πιο «νεανικά», τα πιο «εύκολα»: το Ποπ & Ροκ, η Βαβέλ, οι 4 Τροχοί του χαρισματικού Καββαθά, το μικροκαμωμένο Αθηνόραμα, το πλουσιοπάροχο Σινεμά, το ελκυστικό και ρηξικέλευθο 01 του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου…

Η συνέχεια, πάνω – κάτω, γνωστή. Κλικ, Νίτρο, Χάι, Σοκ, Esquire, Hello, Mirror, OK… Τρόπος ζωής σε ιλουστρασιόν εκπόρνευση. Τα in και τα out της αποβλάκωσης και του κρετινισμού. Τα πρώτα «αθώα» μπασίματα του ρατσισμού. Η θεματική μπούρδα της Κωστοπουλικής αγυρτείας. Το «πολιτικό σπρώξιμο» από το υφυπουργείο Νέας Γενιάς! Ποιος το ξεχνά…

Δεν υπάρχει λόγος να επεκταθώ και στα υπόλοιπα. Άλλωστε, το πέρασμα από τον Θίασο στο Safe Sex και από τον Εμπειρίκο στον Μπογδάνο είναι πολύ οδυνηρό ακόμη και για να το σκεφτούμε. Γι’ αυτό, μην πάμε μακριά. Στα κοντινά και τα οικεία. Στα πρόσωπα μόνο για να εμπεδώσουμε το μέγεθος της σήψης και της κατρακύλας! Αναρωτιέμαι: πώς από τη Δημοτική Βιβλιοθήκη με τον Διαμαντή Αξιώτη στο πηδάλιό της περάσαμε στο κενό της ανωνυμίας της; Πώς από τον Χαράλαμπο Λαλένη, τον Κώστα Παπανικολάου και τον Βασίλη Θεοδωρίδη στον εμβληματικό Σύνδεσμο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών περάσαμε στο σημερινό πολιτιστικό υποκατάστατο; Πώς από τον Κοσμά Χαρπαντίδη και τον Αντώνη Κούφαλη στο ΔΗΠΕΘΕ βρεθήκαμε ξαφνικά με την Καραβία και τον Πετρόπουλο;… Πώς, εμείς του ’80 οι εκδρομείς;

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΜΜΟΥΝΑ



Πριν από πέντε χρόνια, με την κρίση να «χτυπάει» ζωηρά την πόρτα της πόλης και με την Αγορά να καταρρέει μέσα στη μικροαστική της φενάκη, αποφασίσαμε να τα μαζέψουμε όλα και να πάμε να μείνουμε στο σπίτι της Θάσου. Καθόλου εύκολη απόφαση. Μεγαλωμένοι –σχεδόν από τα γεννοφάσκια μας– στους ρυθμούς και τις «αταξίες» του πλήθους και έχοντας ήδη στην πλάτη μας πάνω από τριάντα χρόνια επαγγελματικής δραστηριότητας, το χωριό φάνταζε πιο πολύ σαν τόπος ενός ιδιόμορφου αναχωρητισμού παρά σαν μια συνέχεια των αστικών μας συνηθειών.

Με τον καιρό, και όταν πια είχε περάσει η δύσκολη περίοδος της προσαρμογής (ειδικά εκείνος ο χειμώνας του ’11 που, εκτός από βαρύς, ήταν και απελπιστικά μοναχικός) τα πράγματα άρχισαν σιγά-σιγά να βρίσκουν τις πρώτες δειλές αλλά ανακουφιστικές τους ισορροπίες. Δοκιμάστηκαν καινούριες φιλίες, ανακαλύφθηκαν νέα ενδιαφέροντα, οι δουλειές μπήκαν κι αυτές στο δημιουργικό τους αυλάκι και οι αργοπορίες του μικρού τόπου κινητοποίησαν ξανά μέσα μας τις γήινες αναφορές μας. Φτιάξαμε κήπους, αρχίσαμε να βγαίνουμε για ψάρεμα, πύκνωσαν οι καλημέρες, απλώθηκαν οι κουβέντες… Η γαλήνη της ένταξης και της εξοικείωσης απομάκρυνε όλο και πιο πολύ την ανάγκη επανόδου στα πρότερα και τα καθιερωμένα. 

Μα και οι άνθρωποι εδώ, αλλιώς. Ευρύχωροι, οικείοι, αναγνωρίσιμοι. Κάτοικοι ενός κύκλου διαρκούς εξομολόγησης. Και ενός μόχθου, προσαρμοσμένου στα κατατόπια της φύσης. Τους ακούς και είναι σαν να σου μιλάνε οι ελιές, οι μέλισσες, τα αμπέλια. Η θάλασσα η ίδια. Μιλιές-θρόισμα, ανακατεμένες με ιστορίες από μεράκια και βάσανα. Αντάμα όλοι. Νέοι, γέροι, εμείς οι «ενδιάμεσοι» που πορευόμαστε ακόμη στο κατάστρωμα της «μέσης ηλικίας», στο μεταίχμιο του αλύγιστου χρόνου… 

Πέντε χρόνια στο νησί και αν κάτι θέλω να κρατήσω βαθιά μέσα μου, αυτό είναι ο «τρόπος του συλλογικού». Αυτήν την ατόφια και γεμάτη ειλικρίνεια αλληλεγγύη, αυτό το αυθόρμητο νοιάξιμο για τον τόπο και τον διπλανό. Χωρίς επιτηδεύσεις, χωρίς «ταυτότητες εθελοντισμού», χωρίς ανταλλάγματα και ιδιοτέλειες. Ένα πανάρχαιο ρίζωμα «χριστιανικής κομμούνας» που γεφυρώνει ιδανικά την πίστη με την κοινωνία.

Την έζησα έντονα φέτος αυτήν τη συλλογικότητα. Τη «μέσα ευθύνη». Οι φωτιές του Σεπτεμβρίου ανέδειξαν σε υπέρτατο βαθμό το μεγαλείο της συναλληλίας και στάθηκαν η αφορμή για να καταγραφεί άλλο ένα παράδειγμα αυταπάρνησης και ταπεινοφροσύνης. Και πιστέψτε με, δεν υπάρχει τίποτε πιο αισιόδοξο και τίποτε πιο ελπιδοφόρο από το να βλέπεις μπροστάρηδες σε αυτό το «αγώνισμα» τα νέα παιδιά του χωριού. Μα τίποτε…

Γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στον Νίκο, τον Δημήτρη, τον Κώστα, τον Ξάνθο, τον Στέλιο, τον Θωμά, τον Μάριο, την Βέρα, τον Βασίλη, τον Γιώργη… Σ’ αυτά τα παιδιά που δυναμώνουν τις ρίζες μου εδώ.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

ΦΥΣΑΕΙ... ΒΛΑΚΕΙΑ



Με το πανό αυτό της φωτογραφίας, η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ επέλεξε να εκφράσει την αντίθεσή της στον ρατσισμό και την ξενοφοβία, δίνοντας «περιεχόμενο» στον πολιτικό της λόγο μέσω ενός στίχου των Active Member από το λατρεμένο και προφητικό Φυσάει Κόντρα. Μέσα σε λίγες ώρες από τη δημοσιοποίηση της φωτογραφίας, ο δημιουργός του τραγουδιού και εμβληματική μορφή της ελληνικής χιπ χοπ BD Foxmoor (κατά κόσμον, Μιχάλης Μυτακίδης) «ανέβασε» στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook το μικρό κείμενο που ακολουθεί:

Βρείτε μωρέ τίποτα δικό σας. Σταματήστε με τη πάρτη μου κομματοσκυλάκια και μη βάζετε μπροστά τα παιδιά. Αν δε κάνω λάθος είστε με τη κυβέρνηση που τους κρατάει φυλακισμένους τόσο καιρό. Ήθελα να ‘ξέρα γιατί δε βάζετε ‘κάνα στίχο από τους κομματοθρεμένους καλλιτεχνάδες που σας περιτριγυρίζουν. Και τέλος όταν βάζετε κάτι στα κωλόπανα σας πάνω με θράσος, να ´χετε και το θάρρος να γράφετε ποιανού είναι. Δε σας ανήκει τίποτα και σίγουρα δεν είχα κανένα σας στο μυαλό μου όταν το έγραφα...

Δεν με ενδιαφέρουν καθόλου οι πολιτικές και ιδεολογικές απόψεις του Μιχάλη Μυτακίδη. Εξ άλλου, είχε φροντίσει ο ίδιος να περιορίσει το ενδιαφέρον μου γι’ αυτές όταν, πριν έναν χρόνο περίπου, αποφάσισε να εκθέσει και δημόσια τους «προβληματισμούς» του για τους πρόσφυγες, λέγοντας επί λέξει (και εν μέσω αποριών και βεβαιοτήτων), τα εξής… ευαίσθητα: Εγώ προσωπικά το πρώτο πράγμα που συζητάω με ανθρώπους που έχουν φύγει απ’ την χώρα τους είναι γιατί έφυγες; Ένα γιατί; Δεν είχατε τίποτα ωραίο εκεί; Κάτι να σε κρατήσει; Εγώ υποχρεωτικά μεγάλωσα εδώ στην Ελλάδα και από ένα σημείο είχα ποτίσει τόσο πολύ με τα όμορφα αυτού εδώ του τόπου που δεν είχα πια επιλογή να φύγω. Εσύ; Γιατί άφησες μάνα, πατέρα, αδερφό; Κυνηγημένος είσαι αδερφέ μου;

Και για να μας «την πει» τότε και… αισθητικώς ο δημιουργός (ιδιότητα που διόλου δεν υποτιμώ, το αντίθετο) έσπευσε να ξεκαθαρίσει τη θέση του με το αξεπέραστο όλων: Αφού όλοι οι άνθρωποι δεν είναι καλοί, πώς θα γίνει να είναι όλοι οι μετανάστες καλοί. Και πώς γίνεται να είναι όλοι οι φασίστες κακοί, πες μου εμένα. Για μένα ο φασισμός είναι αισθητική.

Δυστυχώς (δυστυχέστατα), ο Μιχάλης Μυτακίδης επανέρχεται στο πολιτικό προσκήνιο, εμφορούμενος από τη δικιά του αντίληψη περί… αισθητικής. Ενδεχομένως και από μία λανθάνουσα και ιδιότυπη εκδοχή της σχέσης της με τον φασισμό! Και εξηγώ: δικαίωμα του κάθε Μυτακίδη και του κάθε καλλιτέχνη και δημιουργού να καταμαρτυρήσει στον ΣΥΡΙΖΑ (και τη Νεολαία του) τα μύρια όσα, αλλά όταν αυτό το πράττει διά μέσου του πνευματικού του έργου, η κριτική του αποκτά χαρακτηριστικά ιδιοτέλειας. Εν προκειμένω και φτηνής υστεροφημίας!

Θα ρωτήσουν κάποιοι: δεν πρέπει να έχει λόγο ο δημιουργός για τον τρόπο προβολής του έργου του; Δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνει όταν θεωρεί ότι η προβολή αυτή προσβάλλει και υπονομεύει το περιεχόμενό του; Θα απαντούσα χωρίς περιστροφές: ναι, έχει και παραέχει. Αλλά όλα αυτά απαιτούν και τους ανάλογους χειρισμούς, ώστε και το κύρος του να προφυλάξουν και τη λαϊκότητά του να υπερασπιστούν. Κυρίως; Τον λόγο ύπαρξής του.

Ξεκάθαρα πράγματα: το πανό της νεολαίας του ΣΥΡΙΖΑ με τους στίχους από το τραγούδι του BD Foxmoor τιμάει στο έπακρο τον δημιουργό του. Και ένεκα της κινηματικής προϊστορίας των μελών της συγκεκριμένης κομματικής νεολαίας και για το γεγονός ότι ήταν και παραμένουν στη πρώτη γραμμή του αντιρατσιστικού αγώνα. Με όσες ενστάσεις και διαφωνίες μπορεί να έχουμε για τα υπόλοιπα. Γι’ αυτό και καμία σχέση δεν μπορεί να έχει η στάση του Μυτακίδη με εκείνη των κληρονόμων του Λοΐζου και του Ρασούλη που απαγόρευσαν στη Χρυσή Αυγή να μεταδίδει στις εκδηλώσεις της τα τραγούδια τους.

Ματαία λοιπόν όποιος (καλοθελητής και μη) προσπαθεί να παραλληλίσει τις δύο περιπτώσεις. Άλλο η «μέρα» και άλλο η «νύχτα». Άλλωστε, πώς αλλιώς το… Φυσάει κόντρα;

Υ.Γ.: Για ευνόητους λόγους, απέφυγα να εκφράσω την εμπειρία μου από την προσωπική μου επαφή με τον Μιχάλη Μυτακίδη και όλη την παλιά  «παρεά» των Active Member. Η συζήτηση θα ξεστράτιζε αλλού…

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Η Ζωή, ο Κέηβ και το The Skeleton Tree



Η Ζωή ερχόταν στο Χαμάμ, με την παρουσία της να μεταφέρει κάτι από τις ηρωίδες του Τζάρμους. Λεπτοκαμωμένη, σχεδόν εύθραυστη μέσα στη χρωματική μονοτονία των ενδυμάτων της, καθόταν στο μπαρ έχοντας συντροφιά την αχώριστη φίλη της και τα στριφτά της τσιγάρα. Παρακολουθούσα τις κινήσεις των δακτύλων της καθώς προετοίμαζαν την ιεροτελεστία του καπνίσματος. Κάπνιζε ανακατεύοντας την βαριά γεύση του καπνού με μικρές, αδύνατες γουλιές από Canadian Club. Ασυναίσθητα θαρρείς, το σώμα της χορογραφούσε διαρκώς τις μουσικές που, άλλοτε νωχελικές και άλλοτε ξέφρενες και διεγερτικές, σκορπούσαν μέσα στη μέθεξη της νύχτας.

Η Ζωή λάτρευε τον Νικ Κέηβ. Εδώ κόλλησα, μου είπε την πρώτη φορά που μιλήσαμε, γιατί τον ακούω συχνά. Ήξερε όλα του τα τραγούδια, μιλούσε με πάθος για την ζωή του, τις εμμονές του, τις «αμαρτίες» του, βιογραφώντας ιδανικά ένα άγνωστο ήρωα. Τον δικό της «δαίμονα» και «άγιο» μαζί.

Ξεκίνησα να τον ακούω πιο συχνά. Η Ζωή μέσα σε λίγες μέρες με προμήθευσε με τη λίστα της δισκογραφίας του και κάπως έτσι «ξεχύθηκα» στους κήπους της μουσικής του, στη μύηση της οποίας συνετέλεσε καθοριστικά η έκδοση των στίχων-ποιημάτων του στα ελληνικά, υπό τον τίτλο Μπαλάντες για φόνους και άλλα τραγούδια σε μετάφραση μιας άλλης «πιστής» του, της Σοφίας Νικολαΐδη.

Ο «κόσμος» του Κέηβ είναι κατευναστικά άγριος. Θωπευτικά ιλιγγιώδης. Οι ιστορίες του σκιρτούν πάνω στους δρόμους της βίας και του έρωτα. Οι ρίμες του παλεύουν μανιασμένα στις συμπληγάδες του αίματος και του σεξ, σε μία απόκοσμη τελετουργία κάθαρσης και λύτρωσης. Και η τεχνική του, ζωσμένη από την μυσταγωγία ενός εξόριστου αγγέλου, αναρριχάται σε αισθητικά ύψη εφάμιλλα εκείνων του Μπομπ Ντύλαν και του Τζόνι Κας.

Και κάπως έτσι ξεκίνησε το μεγάλο μου ταξίδι στα «μυστήρια» των τραγουδιών του. The Good Son, Let Love In, Murder Ballads, Tender Prey, The Boatman's Call, No More Shall We Part…

Χρόνια μετά –και με τη Ζωή να έχει πια παλιννοστήσει στα επίγεια του οικογενειακού βίου– ο Κέηβ θα επανέλθει στα μουσικά μου ενδιαφέροντα με έναν δίσκο - επιτομή του σπουδαίου του έργου, «σφραγισμένο» όμως από τον τραγικό χαμό του 16χρονου γιου του. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα ρέκβιεμ τυλιγμένο στη σιωπή της απώλειας και με μπαλάντες φορτισμένες από την ανατριχίλα του θανάτου. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, το The Skeleton Tree είναι ένα άλμπουμ εμβληματικό. Τόσο, που η αξία του να ανάγεται σε αυτή του κλασσικού. Εξ ου και η δυσκολία να «αναγνωριστεί» στον καιρό της κυκλοφορίας του.