Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013



Με τις ημερομηνίες δεν τα πάω καθόλου καλά, γι’ αυτό και μου είναι αδύνατο να προσδιορίσω επακριβώς και τα χρόνια που μεσολάβησαν από τη γνωριμία μου με τον Νίκο Ξυδάκη. Μέσες άκρες, αυτά θα είναι γύρω στα δεκαοχτώ. Σε κάθε περίπτωση, ήταν «μέσα» στα μαγικά χρόνια του Παλιού Ωδείου.

Ο Ξυδάκης ερχόταν για πρώτη φορά στην Καβάλα, έχοντας ήδη στις αποσκευές του μουσικές εξαίσιες… ορατού θιάσου. Επί τρία συνεχόμενα βράδια, η εμβληματική (και αξεπέραστη) σκηνή του παλιού καπνομάγαζου, γέμιζε με ήχους απίστευτης ομορφιάς και τελειότητας. Με τραγούδια «εσωτερικής καύσης» και απρόσμενης συγκίνησης. Από τη μυστηριακή Μανία μέχρι το ρέον και γευστικότατο Μέλι των Γκρεμών. Και ενδιάμεσα; Όλος ο πλούτος και η απεραντοσύνη των έργων του. Οι «ύμνοι» από το αξεπέραστο Κοντά στη Δόξα μια Στιγμή, η θρυλική απόπειρα στην Ηλέκτρα του Ευριπίδη, το εν ευωδία λάλον Κάιρο – Ναύπλιο – Χαρτούμ, το «βύθισμα» στα ποιήματα του Σολωμού, οι αύρες από τα μέρη της Τενέδου και τα σκιρτήματα της Βενετσιάνας

Και τι λόγος! Γκανάς και Γκόνης, χορευτές, λες, πάνω σε γλωσσικά κεντίδια, να «κερνάνε» αλκοολούχα τοπία και πάθη λυτρωτικά. Ο Λαπαθιώτης του έρωτα, ερημίτης μοναδικός. Και ο Ρασούλης, μύστης αστείρευτος και ελπιδοφόρος… Ιέρεια δε πάντων, η δωρική Μασκλαβάνου! Αξεπέραστη…

Η συναναστροφή μαζί του, πλημμύριζε ευγένεια. Αν κάτι θυμάμαι ολοζώντανα από τον Ξυδάκη, ήταν αυτό. Η ευγένειά του. Και εκείνη η κοσμοπολίτικη ηρεμία από τη γενέθλια Αλεξάνδρεια. Χαμηλόφωνος, καλλιεργημένος, σεμνός… Θα τον πω όμως αριστοκράτη για να ορίσω με σαφήνεια την ακριβή του προσωπικότητα. Να γιατί αισθάνομαι ευγνώμων στο Θεό που με αξίωσε να τον «ζήσω» από κοντά.

Η τελευταία μας, πιο σύντομη, συνάντηση, έγινε στους αρχαίους τόπους της Αλυκής. Μήνας Ιούλιος με πανσέληνο στα ιερά των Διόσκουρων. Μαγεία! Αυτός, οι ποιητές του, η Κανά… Ακόμη λούζεται ο τόπος από το λόγο του Βιζυηνού και τα περάσματα του Ερωτόκριτου.   

Κοινή συνισταμένη όλων αυτών, το κοινό. Το «κοινό του Ξυδάκη». Μία ξεχωριστή κοινότητα με ταυτότητα. Με δικό της κώδικα επικοινωνίας.  Με «άλλο» ήθος. Με άλλους ρυθμούς και προσεγγίσεις. Κοινό απαιτητικό μα και ευρύχωρο μαζί. Κοινό νοήμον, ευπρεπές, μετρημένο. Αλλά, ναι, πάντα πολυπληθές.

Πέρασαν τα χρόνια και ο Νίκος Ξυδάκης ξανάρθε στην πόλη, έχοντας συντροφιά του το Μιχάλη Γκανά. Κάποιοι που ακόμη «επιμένουν» να αγωνιούν (σαν τη Στέλλα τη Φουρναράκη, «παιδί» κι αυτή του Παλιού Ωδείου) είχαν φροντίσει για την πρόσκληση. Ιδιαίτερη, ποιοτική και προπάντων ευεργετική.

Μα τώρα, το κοινό της πόλης ήταν… αλλού. Γύρισε με αγένεια (και σχεδόν επιδεικτικά) την πλάτη του σε δύο από τους πιο σπουδαίους δημιουργούς του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Και φάνηκε τελικά κατώτερο των περιστάσεων, ανίκανο πια να εκτιμήσει και να σεβαστεί την προσφορά τους. Πολύ δε περισσότερο, να «γευτεί» ένα ανέκδοτο έργο που λάμπει από την αρχή μέχρι το τέλος του. Τα Γυάλινα Γιάννενα.

Υ.Γ.
Άκουσα πολλούς να επικαλούνται την οικονομική κρίση για να «δικαιολογήσουν»  την απουσία του κόσμου από την εκδήλωση. Ίσως και τη δικιά τους. Δεν το αποκλείω. Τουναντίον. Δεν μπορώ όμως και να δεχτώ ότι σε μία πόλη (και μάλιστα με πλούσιες παρακαταθήκες πολιτισμού) δεν υπάρχουν τριακόσιοι άνθρωποι που μπορούν να διαθέσουν 15 ευρώ για ένα τέτοιο γεγονός. Μου είναι αδιανόητο. Γι’ αυτό και οι δικές μου σκέψεις οδηγούνται αλλού. Νομίζω ότι ο χρόνιος εθισμός στη «φτήνια», έχει γαλουχήσει διαφορετικά το κοινό και το αποτρέπει από τα… δύσκολα. Αυτό, ας το λάβουν υπ’ όψη τους οι θεσμικοί… διαμορφωτές γούστου. Αν είναι ικανοί.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

ΤΡΙΖΟΥΝ ΤΑ ΚΟΚΑΛΑ ΤΟΥ ΚΥΡΚΟΥ



Το άκουσα και… έμεινα. Σας το αντιγράφω και συνιστώ ψυχραιμία:  Ζητώ τόσο από τις γυναίκες στα διάφορα κόμματα όσο και από τις γυναικείες οργανώσεις και από τις αντίστοιχες επιτροπές να κάνουμε μια προσπάθεια, η οποία να οδηγεί σε μία αύξηση χρόνου της γυναίκας στην ενασχόληση με το παιδί της τα πρώτα τρία χρόνια. Τι προτείνω συγκεκριμένα; Το προτείνω σε εσάς, για να πάει αλλού. Προτείνω οι γυναίκες να έχουν την ευχέρεια από τη δουλειά τους να λείπουν και να είναι κοντά στα παιδιά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Θα μπορούσαμε, παραδείγματος χάρη, τώρα που υπάρχει αυτή η οικονομική δυσπραγία και η ανάγκη να μειωθούν οι δημόσιοι υπάλληλοι, οι νεαρές γυναίκες που είναι στο δημόσιο και θέλουν να τεκνοποιήσουν να μείνουν για μεγαλύτερο διάστημα στο σπίτι τους. Πιθανόν να παίρνουν μισό μισθό, αλλά να έχουν τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στα ελληνικά προϊόντα διατροφής σε μισή τιμή για τρία χρόνια από τότε που γεννούν με ένα voucher, με μία κάρτα

Όχι, καλοί μου. Δεν τρολλάρω. Το παραπάνω «πολιτικόν πόνημα» ανήκει στη ΔΗΜΑΡίτισσα υφυπουργό Υγείας Φωτεινή Σκοπούλη και εκπονήθηκε από το βήμα της Βουλής στις 8 Μαρτίου. Συνεισφορά, εικάζω, της «κυβερνώσας Αριστεράς» στην παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας!

Ας «μπούμε» κατευθείαν στα… σκληρά. Είναι η πρώτη φορά που κείμενο προερχόμενο από κόμμα της Αριστεράς (και μάλιστα ως πρόταση προς υλοποίηση) παρουσιάζει… ρατσιστικό ενδιαφέρον. Η κυρία Σκοπούλη, αμνήμων και ανερμάτιστη, ακυρώνει μέσα σε εκατόν πενήντα λέξεις όλο το αξιακό περιεχόμενο του πολιτικού της χώρου, διαχωρίζοντας τις μάνες σε… δημόσιες και ιδιωτικές! Ήγουν, σε πατρικίες και πληβείες. Πού να το πεις; Στον Κύρκο; Στον Παπαγιαννάκη;

Σοβαρά μιλάω. Θα τρίζουν τα κόκαλα των συγχωρεμένων. Μία γυναίκα της «δικιάς τους Αριστεράς» να μοιράζει «μητρικά μπόνους» στις γυναίκες που εργάζονται στο δημόσιο και, την ίδια στιγμή, να αγνοεί και να απαξιώνει τον ρόλο των υπολοίπων μανάδων. Ε, αυτό μόνο στα «άγραφα του ριζοσπαστισμού» θα μπορούσε να καταταγεί. Προς θλίψην απέραντη, το ανήκουστο συνέβη επί ημερών Κουβέλη.

Όμως, η πρόταση της κυρίας Σκοπούλη κρύβει κι άλλα… τερατώδη μυστικά που έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με την «ιδεολογική ηθική» του φορέα που φέρεται να εκπροσωπεί. Γιατί, μπορεί  η «πρώτη της ανάγνωση» να εκπέμπει με τον πιο ακραίο και κυνικό τρόπο το «όλον άρρωστον» της αμετροέπειας και της αναλγησίας της, η «δεύτερη» όμως αποκαλύπτει στοιχεία… τυχοδιωκτισμού! Και μάλιστα, χονδροειδέστατου.

Διότι, μία τριετία εκτός εργασίας μοιάζει να είναι (έστω και δια της… πλαγίας) απόλυτα προσαρμοσμένη με το σχέδιο της διαθεσιμότητας από το δημόσιο. Και μάλιστα, με το κόστος της «εξόδου» να πέφτει στο 50% του μισθού! Το ότι η εγκυμοσύνη δε θα λογίζεται (προς το παρόν τουλάχιστον) ως στοιχείο επιορκίας, είναι μία μεγάλη… κατάκτηση. Κατά προτίμηση Αριστερή!

Βέβαια, ο πολιτικός τυχοδιωκτισμός της κυρίας Σκοπούλη αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας όταν φτάνει στο σημείο να μιλάει για δυνατότητα πρόσβασης σε ελληνικά προϊόντα διατροφής με τη μισή τιμή… Ποια να εννοεί άραγε; Τα ελληνικής κατασκευής παιδικά γάλατα; Και από πότε τα έξοδα για το μεγάλωμα ενός παιδιού περιορίζονται μόνο στη διατροφή; Αλλά τότε για ποια ελληνικά προϊόντα θα μιλούσαμε; Για τα πάμπερς; Τα μπιμπερό; Τα παιδικά ρούχα; Τα σκευάσματα βρεφικής περιποίησης; Εκτός κι αν η εν λόγω της ΔΗΜΑΡ βλέπει… φως στο τούνελ της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

Γι’ αυτό, βουρ από τώρα για ένα voucher και μία κάρτα…
  



Τετάρτη 13 Μαρτίου 2013

Η ΑΠΕΧΘΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ



Απεχθάνομαι τις Απόκριες. Παιδιόθεν. Θυμάμαι πάντα να μου προξενούν ναυτία και κόπωση. Και μια δυσφορία που, με τα χρόνια, εξελισσόταν σε αποτροπή και απόρριψη.  Σήμερα πια, κατά πολλά χρόνια μεγαλύτερος, νιώθω και να με προσβάλλουν. Με την αισθητική τους, τη θεματολογία τους, το φτηνιάρικο χιούμορ τους, τα ξεπερασμένα τους καλλιαρντά, το ενδυματολογικό τους κιτσαριό.

Ακολουθώντας  την ίδια διαδρομή με το σύνολο σχεδόν των «ελληνικών παραδόσεων» και μέσω μιας στρεβλής αστικοποίησης, κατάφεραν και αυτές να «αδειάσουν» από μέσα τους κάθε στοιχείο λαϊκότητας και αυθορμητισμού και να εξελιχθούν σε μία τριτοκοσμική φιέστα αρμάτων και παρελάσεων. Προς δόξα και (αυτο)ικανοποίηση των θλιβερών παραγόντων της τοπικής ερημίας και των «πολιτιστικών» συλλόγων της συμφοράς. Αυτών όλων που, στην αγωνία τους να επιδείξουν «έργο και προσφορά», επισημοποιούν με τον πιο άμεσο (και αχαλίνωτο) τρόπο, τη σχέση τους με την τσαπατσουλιά και το… μασκάρεμα.

Αυτό όμως που τα τελευταία χρόνια μοιάζει να αλλάζει τα «αποκριάτικα δεδομένα» προς το χείρον, είναι η παράλληλη σχέση που αρχίζει να οικοδομείται ανάμεσα στο «καρναβαλικό ξεφάντωμα» και τη Δημόσια Εκπαίδευση. Μία σχέση που ξεκίνησε δειλά–δειλά από τα αποτρόπαια (ακόμη και ως λέξη) μπαλντανφάν των παρηκμασμένων ντίσκο και των νυχτερινών παραπηγμάτων και που, σιγά–σιγά, μοιάζει να καθιερώνεται ως «θεσμικό δρώμενο» δημόσιας παιδικής εκτόνωσης. Εις κοινήν θέαν και θέασιν.

Ειλικρινά –και πέραν των αγαθών προθέσεων του καθενός– θα ήθελα πολύ να ακούσω από εκείνους που, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, εμπλέκονται στη διαδικασία της Μόρφωσης και της Παιδείας, να καταθέσουν τις παιδαγωγικές τους γνώσεις για τα «αποκριάτικα events» που τελούν (και) υπό εκπαιδευτική… κηδεμονία. Και (γιατί όχι) να ανατρέψουν πιθανόν τα «κολλήματα» και τις «εμμονές» που με διακατέχουν και με ταλαιπωρούν. Το ζήτησα και πέρυσι τέτοια εποχή με αφορμή τη δημόσια αντιπαράθεσή μου με τους διοργανωτές της Αλφαβητοπαρέλασης. Για άγνωστους λόγους, ουδείς τότε μπήκε στον κόπο να εξηγήσει, να ερμηνεύσει και να υποστηρίξει τα… δημιουργήματά του. Για τα οποία (ας μη μας διαφεύγει) επαίρεται και… φουσκώνει. Αδυναμία; Απαξίωση; Αδιαφορία; Άγνωστες εντελώς οι αιτίες της… σιωπής.

Σε κάθε περίπτωση όμως, η στάση αυτή των δασκάλων (ατομικά και συλλογικά) παρουσιάζει ένα τεράστιο… παιδαγωγικό κενό. Γιατί, από τη στιγμή που αναλαμβάνουν την ευθύνη να μεταφέρουν «διά ζώσης» τη μαθησιακή λειτουργία «εκτός των τειχών» του σχολείου, είναι υποχρεωμένοι (θα έλεγα εις το δεκαπλάσιον) να εξηγήσουν με κάθε λεπτομέρεια τους λόγους της συμμετοχής τους και, πρωτίστως, τα οφέλη που θα αποκομίσουν από αυτήν οι μαθητές τους. Όσο επιμένουν να καλύπτονται πίσω από την «επιτυχία», την «αποδοχή» και το… χορευτικό ξεσάλωμα ενός Σαββατιάτικου πρωινού, θα εκθέτουν (μην πω ότι θα ακυρώνουν κιόλας) το παιδαγωγικό τους έργο και το διδασκαλικό τους τάλαντο . Με το κενό που σας έλεγα, να μεγαλώνει δραματικά.

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

ΣΧΕΔΙΟ "ΘΕΤΙΣ"



Μέχρι σήμερα, αρνιόμουν πεισματικά να δικαιολογήσω την ρητορική μεγάλου μέρους της αντιπολιτευτικής κριτικής, που ταύτιζε την ελληνική κυβέρνηση με τη χούντα. Έβρισκα πολύ επιπόλαιη και ρηχή μια τέτοια προσέγγιση. Και σε μεγάλο βαθμό, βαθιά ανιστόρητη. Η μόνη ίσως ερμηνεία που θα μπορούσε να δικαιολογήσει μία τέτοια υπερβολή από την πλευρά των «αντιφρονούντων», ήταν η απουσία «δικτατορικού βιώματος» που συνόδευε τους περισσοτέρους εξ αυτών.

Αυτά τα έλεγα και τα υποστήριζα μέχρι την περασμένη Πέμπτη. Την αποφράδα εκείνη ημέρα που στο κέντρο της Αθήνας έκανε την «επίσημη εμφάνιση» της η Επιχείρηση Θέτις. Στο δε ακριβέστερον; Ο κυβερνητικός φασισμός αυτοπροσώπως!  Από τότε, λεπτό δεν χρειάστηκε για να καμφθούν οι μέχρι τώρα… αντιχουντικές  μου ενστάσεις. Και μάλιστα με τον ποιο σοκαριστικό τρόπο.

Περιγράφω την επίσημη κρατική εκδοχή που συνοδεύει το τελευταίο «εφεύρημα εξόντωσης» των ευάλωτων ομάδων της ελληνικής κοινωνίας. Των και περιθωριακών (κατά τους «καθαρούς») καλουμένων: το σχέδιο Θέτις που εκπόνησε το Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων Υγείας  και θα υλοποιεί η Αστυνομία, είναι η περισυλλογή τοξικοεξαρτημένων ατόμων που κινούνται στο κέντρο της πόλης και η μεταφορά τους στις εγκαταστάσεις της αστυνομίας στην Αμυγδαλέζα  με σκοπό την καταγραφή τους…

Το «πείραμα» του ανεκδιήγητου Λυκουρέντζου, ουδεμία σχέση μπορεί να έχει με το (έτσι κι αλλιώς) νοσηρό εφεύρημα της «καταγραφής». Η αιτιολογία είναι εντελώς προσχηματική και γίνεται εξόφθαλμα υποκριτική όταν «πάει» να αποκτήσει χαρακτηριστικά συμπόνιας και φιλευσπλαχνίας. Διαβάστε επιχείρημα: κάποιοι από αυτούς ζητούσαν ιατρική εξέταση. Κυρίως κοπέλες που είχαν φύγει από το σπίτι τους και άνθρωποι άποροι και ανασφάλιστοι. Αυτούς τους στείλαμε σε νοσοκομείο και το πρωί πήραν εξιτήριο. Μοιράσαμε φάρμακα και αλοιφές για όσους είχαν δερματικές παθήσεις. Οι υπόλοιποι έφαγαν την σούπα τους και φύγανε. Τους γύρισε η Αστυνομία στο κέντρο της Αθήνας…

Δηλαδή, όλη αυτή η επιχείρηση (και μάλιστα μέσω εμπιστευτικών εγγράφων), «στήθηκε» για να προσφερθεί… ζεστή σούπα; Αν ναι, τότε γιατί δεν εφαρμόζουν το «σχέδιο» τους καθημερινά; Γιατί δεν δημιουργούν εγκαταστάσεις περίθαλψης; Και γιατί (έλα μου ντε) στο όλο εγχείρημα να πρωτοστατούν οι δυνάμεις της Αστυνομίας; Από πότε οι άρρωστοι χρήζουν της βοήθειας… χειροπέδων; Και ως «επαγγελματίας» καχύποπτος, ρωτάω: εφ’ όσον το ενδιαφέρον της κυβέρνησης είναι «βαθιά ανθρωπιστικό», γιατί έχουν διαλυθεί όλες οι δημόσιες δομές που ασχολούνταν με την «καθημερινότητα» των χρηστών στους δημόσιους χώρους; Που είναι για παράδειγμα εκείνη η ομάδα ανταλλαγής συριγγών;  

Καμία αυταπάτη αγαπητοί μου. Η… Θέτις είναι η φυσική συνέχεια των θεωριών που εξέφρασαν παλαιότερα τα τηλεοπρόβλητα στελέχη της κοινοβουλευτικής ακροδεξιάς (όρα Καρατζαφέρης, Γεωργιάδης, Βελόπουλος και Βορίδης), και πολύ φοβάμαι, ο προάγγελος αυτών που προβλέπουν οι πρακτικές εξόντωσης των νεοναζιστών της Χρυσής Αυγής.

Διόλου τυχαία λοιπόν η προηγηθείσα («σοσιαλιστική») διαπόμπευση των οροθετικών εκδιδομένων γυναικών. Η κυβερνητική αντίληψη για τους ανθρώπους που (για χίλιους δυό λόγους) ζουν στα όρια της προσωπικής τους εξαθλίωσης, είναι απόλυτα συγχρονισμένη με τις αντίστοιχες των χιτλερικών εφαρμογών. Πάει να πει, με τη σταδιακή εξαφάνιση των «διαφορετικών ομάδων» που κινούνται έξω από τα κοινωνικά πρότυπα των «φιλήσυχων». Ήγουν, όλων ημών των… νοικοκυραίων. Και ως είθισται στην πρακτική του φασισμού, αυτοί που πληρώνουν πρώτοι το «τίμημα της διαφορετικότητας», είναι οι πλέον αβοήθητοι και λησμονημένοι.

Μην εκπλαγείτε λοιπόν  αν αύριο στην θέση των οροθετικών, των αστέγων και των τοξικομανών, δείτε να «παίρνουν σειρά» οι ομοφυλόφιλοι, οι ανάπηροι, οι ψυχασθενείς, οι τσιγγάνοι… Και να είστε σίγουροι, ότι οσονούπω θα πλησιάζει και η ώρα όλων εκείνων που απλά, «σκέφτονται αλλιώς».

Αν κάτι επιταχύνει τον χρόνο προς τον ολοκληρωτισμό, αυτό το επιτρέπει η προσωπική μας αδράνεια. Καιρός να αναμετρηθούμε μαζί της και να αποφασίσουμε. Οι καιροί ου μενετοί…

Δευτέρα 11 Μαρτίου 2013

ΓΙΑ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΜΠΑΓΚΛΑΝΤΕΣ



Τα ανθρωποειδή της Χρυσής Αυγής που εμφανίζονται στο ανατριχιαστικό ρεπορτάζ του Κωνσταντίνου Γεωργούση για το βρετανικό Channel 4, δεν κομίζουν τίποτε καινούριο στο δημόσιο λόγο και την εικόνα τους. Αυτοί ήταν και τα ίδια έλεγαν πάντα. Μόνο που εδώ και ένα χρόνο βρίσκονται πάνω στο «ξεσάλωμά» τους και δεν μπορούν με τίποτε να κρύψουν τη… χαρά της κτηνωδίας τους.

Τίποτε το εντυπωσιακό, λοιπόν. Γι’ αυτό και από το οκτάλεπτο ντοκουμέντο του οχετού, δεν «κράτησα» ούτε τους «φούρνους» και τα «σαπούνια» ούτε το «άσπρισμα» των «μελαμψών» και των «πιθήκων». Μπορεί η οπτικοποίηση των μουγκρισμάτων τους να δημιουργεί μία διαφορετική ψυχολογική πίεση στο θεατή και η επικοινωνιακή τους άνεση να παράγει και να ασκεί μια πρωτόγνωρη «εσωτερική βία», αλλά μέχρις εκεί. Τα ουσιώδη του ρεπορτάζ βρίσκονται αλλού.

Παρά το πρώτο «πάγωμα», κανένα φόβο και καμία τρομοκρατία δε μου προκάλεσε η λεκτική βαρβαρότητα του «πρωταγωνιστή» που, δίκην «φυλετικού εξολοθρευτή», περιέφερε τον καταπιεσμένο του αντρισμό στις χρυσαυγοκρατούμενες γειτονιές της Αθήνας. Ο τρόπος του, οι κινήσεις του, η εκφορά του λόγου του, τα καραγκιοζιλίκια του και οι μαγκιές του, μου ήταν γνώριμα από παλιά. Μου ξυπνούσαν μνήμες μετασοσιαλιστικού τραμπούκου και φανατικού θαμώνα των «μπλε» και των «πράσινων» καφενείων. Μου ξανάφερναν στο νου Αυριανές και Ελεύθερους Τύπους. Ραδιοφωνικά κωλάδικα με Κακαουνάκηδες,  Ρίζους και Τράγκες. Και όλους εκείνους τους άτσαλους και τερατόμορφους νεοέλληνες που ανατράφηκαν μέσα στην κραιπάλη και τον ωχαδερφισμό. Στην αμορφωσιά και την αγένεια.

Αυτό «θερίζουμε» σήμερα. Στην πιο ακραία του μορφή. Και στην πιο αυθεντική του. Το «περιτύλιγμα» έλαβε τέλος. Τώρα, ο καθένας από αυτούς μπορεί να αποκτήσει ρόλο και αποστολή. Να βρει τη συλλογική του ταυτότητα. Τη ματαιωμένη του ύπαρξη. Να κλείσει πίσω του τις κρυψώνες της ανωνυμίας και να εξωραΐσει το καταχωνιασμένο του μίσος μέσα στην ομοιομορφία και τα παραγγέλματα.

Αυτός ναι, με τρομάζει. Γιατί πάντα με τρόμαζαν και με τρομοκρατούσαν οι λαχανιασμένες του σιωπές. Τα καρτέρια του στις άκρες του όχλου. Ο υποταγμένος του φανατισμός. Το στερημένο του πρόσωπο. Ο έγκλειστος βίος του.

Έτσι έμοιαζε να με πλησιάζει σιγά–σιγά. Έρποντας ύπουλα πάνω στα συντρίμμια και τα αποκαΐδια μιας αλλόκοτης και διαλυμένης κοινωνίας. Κρυμμένος μέσα στα σκοτάδια της δημοκρατίας και τα λαγούμια της ιστορίας. Έτοιμος για τη μεγάλη έξοδο. Τώρα πια, μοιάζει χρήσιμος. Και εύχρηστος από πολλούς. Αυτός, ο κατά Ντοστογιέφσκι απόγονος δύο και τριών εκφυλισμένων γενιών ανήκουστης και χυδαίας διαφθοράς. Εκεί που ο άνθρωπος μετατράπηκε σε μία σιχαμερή, δειλή εαυτούλικη γλίτσα.

Δειλή, γι’ αυτό και τόσο επικίνδυνα σκληρή.

Υ.Γ.:
Το κείμενο αυτό γράφτηκε για τις τρεις γυναίκες από το Μπαγκλαντές. Για τα αθώα τους μάτια μπροστά στις προσβολές και τις κοροϊδίες. Για το φόβο που προσπαθούσαν να κρύψουν πίσω από το πνιχτό τους χαμόγελο. Και για εκείνα τα παιδιά που γλίστρησαν στην αγκαλιά της μάνας τους, για την ύστατη προστασία. Δείτε το ρεπορτάζ του Κωνσταντίνου Γεωργούση και θα καταλάβετε.