Τετάρτη 22 Απριλίου 2015

ΑΝΑΦΑΝΔΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΠΑΝΟΥΣΗ



Αναφανδόν με τον Πανούση. Όχι γιατί συμφωνώ με όλα όσα λέει και κάνει. Όχι. Απλά γιατί βαρέθηκα τα εκ του ασφαλούς επαναστατιλίκια. Γιατί μπούχτισα με τις κινηματικές αφέλειες και τους λενινισμούς του ποδαριού. Με τους αδιάβαστους τροτσκιστές και τις αντιεξουσιαστικές σαχλαμάρες. Γιατί δεν αντέχω άλλο γραφικούς αριστερούς με παλαιστινιακές μαντίλες και πανκιέ κομμώσεις. Και γιατί δε γουστάρω να μου τη «βγαίνουν» ευαίσθητοι κι αγωνιστές οι μουλωχτοί του χθες. Οι κατ’ οίκον Γκεβάρες και Βελουχιώτηδες.

Αναφανδόν με τον Πανούση για έναν και μόνο λόγο: γιατί η Αριστερά δεν είναι ανομία. Γιατί το πανεπιστημιακό άσυλο δεν είναι ξέφραγο αμπέλι και ορμητήριο κανενός. Κουβαλάει μέσα του το «ήθος της θυσίας». Τα δημοκρατικά εγερτήρια των δίσεκτων χρόνων. Τις τελευταίες ανάσες του Πέτρουλα. Το Νοέμβρη του ΄73… Γιατί το πανεπιστημιακό άσυλο είναι «ζυμωτήριο ιδεών». Εργαλείο αγωγής και καλλιέργειας. Άσκηση μνήμης και αλληλοκατανόησης. Πεδίο πολιτισμού και δημιουργίας. Στίβος γόνιμων διαφωνιών... Όλα αυτά, δηλαδή, που δε μπορεί να κατανοήσει ο αρλούμπας βουλευτής από την Καστοριά, καθώς ξέμπαρκος ανάμεσα στην Πρυτανεία και τα γουναράδικα, αφήνεται να κραδαίνει «προτάσεις παραίτησης».

Αναφανδόν με τον Πανούση, γιατί η Αριστερά χωρίς την αξία της Διάκρισης, είναι «κενή περιεχομένου». Ένας χυλός από «απόψεις» και θεωρητικά μπουρδουκλώματα. Μια ντουντούκα «πολιτικής ανεμελιάς». Παντιέρα σε πανέρι ευκαιρίας. Ονείρωξη «ρήξης»…

Αναφανδόν με τον Πανούση, γιατί με τρομάζουν οι κήνσορες που ξαφνικά «σήκωσαν μπόι» και κουνάνε απειλητικά το «δάκτυλο της ορθότητας» σε όποιον δε συμφωνεί μαζί τους. Γιατί ασφυκτιώ μέσα στις κραυγές και τα αναθέματα. Στα «υπονοούμενα» και τους «ψιθύρους». Γιατί δεν την «παλεύω» άλλο με τους αλάθητους του «κομματικού χοντρεμπορίου». Με τους ημιμαθείς και τους ανιστόρητους. Με τα γιούρια και τις «εξάψεις». Με τις «ιδεολογικές μαγκιές».

Αναφανδόν με τον Πανούση, γιατί τη «δική μου Αριστερά», την ορίζει ο σεβασμός στο διαφορετικό και η ευγένεια του λόγου. Την πλουτίζει ο διάλογος και το επιχείρημα. Η αρετή του «ακούειν» πριν το «λαλείν». Η σκέψη, η περισυλλογή και η ευπρέπεια. Και με αυτά μόνο την… αναγνωρίζω!

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

ΕΡΓΟΛΑΒΙΕΣ ΘΡΑΣΟΥΣ



Τις τελευταίες ημέρες, ο εκδότης της εφημερίδας Χρονόμετρο και ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μπουντάς έχουν αναλάβει (εργολαβικά θαρρείς) την «αποκαθήλωση» του Θοδωρή Γκόνη, μέσα από ένα κρεσέντο λαϊκισμού και κιτρινίλας, ευθέως ανάλογο με εκείνο της αλήστου μνήμης «μητρός» Αυριανής! Ψεύδη, συκοφαντίες, υπαινιγμοί και σκιές, συνθέτουν ένα απίστευτο παζλ απαξίωσης, ικανό (κατά τ’ άλλα) να «βολέψει» χειρισμούς και επιδιώξεις νεοφερμένων ηγετών του εγχώριου (αυτοδιοικητικού) πολιτισμού.

Ευθέως και χωρίς περιστροφές: τα όσα κάθονται και γράφουν ο Σπανέλης και ο Μπουντάς στην εφημερίδα τους, έναν στόχο μόνον έχουν! Να «εξυπηρετήσουν» τη γραμμή Λυχούνα! Κινούνται ακριβώς στο ίδιο «πλαίσιο υπονόμευσης» με αυτό που αντιμετώπισε πριν λίγο καιρό και ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Δημοτικού Ωδείου και έχουν τα ίδια «ποιοτικά χαρακτηριστικά» με εκείνο το: τον διώξαμε και ησυχάσαμε, που εκστόμισε κάποτε ένα παρτσακλό από το ΔΗΠΕΘΕ της Βέροιας, σκορπώντας χαμόγελα και αισιοδοξία στα εδώ ατάλαντα.

Όχι! Το τραγικό δε βρίσκεται στο περιεχόμενο των ρεπορτάζ που υπογράφουν καθημερινά οι… δαιμόνιοι του Χρονόμετρου. Τη «δουλειά» τους κάνουν οι άνθρωποι. Αυτά έμαθαν, με αυτά πορεύονται. Το τραγικό είναι αυτό που συμβαίνει με τον Αντιδήμαρχο Πολιτισμού, ο οποίος μοιάζει να έχει χαθεί μέσα σε ένα «πέλαγος» από «λογιστικές μεταφράσεις», επιπέδου… τρεις το λάδι, τρεις το ξύδι, τρεις και το λαδόξυδο! Τόσο μπακαλίστικα, δηλαδή, που λες κι έμεινε ακόμη στους λογαριασμούς και τις συμφωνίες με τον… αοιδό Νότα!

Παραδείγματα προς τεκμηρίωση των όσων του καταλογίζω; Εν τάχει και περιεκτικά.

Ο κύριος Λυχούνας «αφήνει» να αιωρείται η «χρέωση» των 65.000 ευρώ ως ετήσια αμοιβή του Θοδωρή Γκόνη, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να «ερμηνεύσει» το… υπερβολικόν του πράγματος. Τουναντίον, μοιάζει να υιοθετεί την «αίσθηση σκανδάλου», μιλώντας για «τήρηση των συμφωνηθέντων» (κάτι σαν αναγκαίο κακό) και για «διορθώσεις» που θα επέλθουν άμα το πέρας της σύμβασης. Αναρωτιέμαι λοιπόν: αγνοεί τις λεπτομέρειες της σύμβασης ή ψαρεύει στα θολά νερά των εντυπώσεων; Γνωρίζει ότι εκτός από Καλλιτεχνικός Διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ, ο Θοδωρής Γκόνης είναι και Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Φεστιβάλ Φιλίππων, χωρίς η δεύτερη ιδιότητά του να συνοδεύεται από έξτρα αμοιβές και υπερωρίες; Αν όντως «αγνοεί» και δε «γνωρίζει» τα τυπικά και τα αυτονόητα, τότε η κουβέντα αλλάζει κατεύθυνση και περιεχόμενο και θέτει εν αμφιβόλω κάθε έννοια διοικητικής σοβαρότητας και ευθύνης.

Αμέσως μετά, ο κύριος Λυχούνας καταφεύγει σε μία οδυνηρή (για τον πολιτισμό) σκέψη, λέγοντας ότι: αν αποδειχτεί ότι η αμοιβή του κυρίου Γκόνη είναι υπερβολικά μεγαλύτερη έναντι άλλων συναδέλφων του, δεν θα είναι μόνο αιχμή για την προηγούμενη διοίκηση… θα συμβάλλει στη μείωση της αμοιβής και των άλλων προνομίων όταν θα υπογραφεί η νέα σύμβαση, με τον νέο Καλλιτεχνικό Διευθυντή.

Με απλά λόγια: από τούδε και στο εξής, η πρόσληψη του Καλλιτεχνικού Διευθυντή δε θα εξαρτάται από την καλλιτεχνική αξία του ενδιαφερόμενου, αλλά από το πόσο «φτηνός» είναι! Δε θα είναι, δηλαδή, μία επιλογή στη βάση μιας (στοιχειώδους, έστω) αισθητικής αντίληψης, αλλά το «προϊόν» ενός «ανταγωνισμού» με… νεοφιλελεύθερα ήθη. Ως εκ τούτου, «παίζει» να δούμε ακόμη και τον Σεφερλή να σκηνοθετεί… Καραβία!

Είπα Καραβία! Αλήθεια, πού να ήταν άραγε ο κύριος Λυχούνας τότε που η αμοιβή της προέδρου εκτοξεύονταν από τα 300 στα 800 ευρώ και μάλιστα εν μέσω βαθιάς οικονομικής κρίσης; Να πω ότι δεν τον ενημέρωσε ο… Σπανέλης; Μπορεί! Όλα πιθανά στις μέρες μας!

Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

ΞΑΝΑ - ΜΑΝΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΟ


 

Για να είμαι ειλικρινής, διόλου δε θυμάμαι αν στο προεκλογικό πρόγραμμα της κυρίας Τσανάκα γινόταν λόγος για την ανασυγκρότηση και την επαναλειτουργία του –διαχρονικά απαξιωμένου– Δημοτικού Ραδιοφώνου. Αν όμως καθίσω και συνυπολογίσω τα γενικόλογα «αφηγήματα» των προγραμματικών δεσμεύσεων και το «πνεύμα ερασιτεχνισμού» που διέπει τα «διοικητικά βήματα» της σημερινής Δημοτικής Αρχής, το πιθανότερο είναι να μην υπήρχε λέξη για το μέλλον και την προοπτική του. Για να μην πω ότι οι περισσότεροι εκ των συνεργατών της θα αγνοούσαν κι αυτήν ακόμη την ύπαρξή του…

Από προχθές όμως –κι αφού όλο το προηγούμενο διάστημα είχαν «οργιάσει» οι φήμες και οι διαδώσεις– το Δημοτικό Ραδιόφωνο βρέθηκε ξανά στην επικαιρότητα, με μία απλή δήλωση της δημάρχου, της λογικής… απόψε αυτοσχεδιάζουμε! Στα ξαφνικά και στο ξεκούδουνο λοιπόν, η κυρία Τσανάκα αποφάσισε να «δώσει νόημα» στην ξεχασμένη συχνότητα, προσδίδοντας σε αυτήν χαρακτηριστικά ενημερωτικού και ψυχαγωγικού ραδιοφώνου! Με υπεύθυνο προγράμματος, με οικονομικό διαχειριστή, με δημοσιογράφους, με παραγωγούς, με τεχνικούς και με όλα όσα απαιτεί το «οργανωτικό πρωτόκολλο» ενός τυπικού ραδιοφωνικού σταθμού.

Ποιο ήταν το κύριο επιχείρημα αυτής της απόφασης; Το γνωστό και χιλιοειπωμένο: για να γίνει ευρύτερα γνωστό το έργο της δημοτικής αρχής! Που πάει να πει ότι είναι τόσο πολύ το παραγόμενο έργο που δε «χωράει» πια στο χρόνο που παρέχουν σ’ αυτό τα τοπικά Μέσα Ενημέρωσης. Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη εκδοχή: οι εμπνευστές του εγχειρήματος να διαπίστωσαν «επικοινωνιακή απομόνωση» –ενίοτε και… ενοχλήσεις– από τους ιδιώτες του είδους και είπαν να «αμυνθούν» διά της… προπαγάνδας!

Τι σημαίνουν αυτά; Απλά ότι η κυρία Τσανάκα δεν είναι ικανοποιημένη από την προβολή που προσφέρουν στο έργο της οι εφημερίδες, τα ραδιόφωνα και οι τηλεοπτικοί σταθμοί της πόλης! Ότι «τρώει πόρτα» από τους δημοσιογράφους. Ότι έχει «ξεχαστεί» επικοινωνιακά! Ασχέτως αν δεν περνάει ημέρα που να μην υπάρχει είδηση και ρεπορτάζ για τις (όποιες) δραστηριότητες του δήμου. Ασχέτως αν η φυσική της παρουσία στα προαναφερόμενα Μέσα κινείται σε ρυθμούς… μονιμότητας. Ασχέτως αν οι απόψεις και τα πεπραγμένα των συνεργατών της τυγχάνουν της καθημερινής «φροντίδας» της τοπικής ειδησεογραφίας. Και το κυριότερο; Όλα αυτά με το «σεις» και με το «σας». Με «χάδια» και με χαριεντίσματα. Με αβρότητες και με «συμπάθειες». Με χρονικές ανοχές και γλαφυρές «κατανοήσεις». Και με κριτική, ευκόλως αντιμετωπίσιμη. Ακόμη και από τους… ολίγιστους του Δημαρχιακού Μεγάρου.

Με δύο λόγια, άλλοθι και φούμαρα τα περί ανάγκης ευρύτερης γνωστοποίησης του έργου της. Άλλους σκοπούς εξυπηρετεί η (πιθανή) επαναλειτουργία του Δημοτικού Ραδιοφώνου και άλλα «οφειλόμενα» καλείται να καλύψει. Ας μην κοροϊδευόμαστε, λοιπόν, κι ας μη «μασάμε» τα λόγια μας. Όταν πας να «στήσεις» ραδιόφωνο με άσχετους και ημετέρους –εκτός κι αν η «διαρροή» των ονομάτων ήταν στάχτη στα μάτια των… κακεντρεχών που καραδοκούν–, όταν πίσω σου δεν ακολουθεί καμία εμπειρία και κανένα σχέδιο, όταν τα οικονομικά ανοίγματα που δημιουργείς δεν έχουν την παραμικρή ελπίδα ανταπόδοσης, τότε ή τελείς εν αφασία ή έχεις πλήρη άγνοια του κινδύνου που πας να μπλέξεις. Σε κάθε περίπτωση, και οι δύο εκδοχές ελέγχονται ως… πολιτικά ανάλαφρες!

Υ.Γ.: Αλήθεια, το Νομικό Τμήμα του δήμου μπήκε καθόλου στο κόπο να ελέγξει σε ποιο «είδος» συχνοτήτων ανήκει σήμερα το Δημοτικό Ραδιόφωνο; Γνωρίζει ότι η προηγούμενη προσπάθεια επαναλειτουργίας του πρόχειρη, ιδιοτελής και φαιδρή έτσι κι αλλιώς έχει αλλάξει πλήρως τη φυσιογνωμία του, καθιστώντας αδύνατη την επιστροφή του στις ενημερωτικές ζώνες; Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να γνωρίζουμε ότι πίσω από τις προθέσεις (αγαθές και μη), υπάρχουν και τα… τετελεσμένα!

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

ΕΝΑΣ ΗΓΕΤΗΣ, ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ


Συναρπαστικά γοητευτικός μα και μοιραίος. Διορατικός και μαζί διχαστικός. Πεισματικά "καθαρός" μα συνάμα μουντός και υπόγειος. Ταλαντούχος αλλά και "σκοτεινός". Υπήρξε η μεγαλύτερη προσωπικότητα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Τεράστιος λαϊκός μύθος, συνέδεσε το όνομά του με την οργανωτική ανασύσταση του Κομμουνιστικού Κόμματος, αλλά και με τις πιο σκοτεινές σελίδες της μεγάλης του ιστορίας. Ο Νίκος Ζαχαριάδης. Η συγκλονιστική του πορεία, έπος και όλεθρος μαζί.

Από κρατούμενος της δικτατορίας του Μεταξά στις φυλακές της Κέρκυρας, θα βρεθεί στο κολαστήριο του Νταχάου. Επιστρέφει στην Ελλάδα χωρίς να έχει "γευτεί" στάλα από το έπος της Εθνικής Αντίστασης, και η ηγεσία του ΚΚΕ τον "ρίχνει" κατ' ευθείαν στα βαθιά, αναθέτοντάς τον ξανά ρόλο Γενικού Γραμματέα. Δοκιμάζεται σκληρά στις τραγικές συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας, μπαίνει στη μεγάλη εθνική περιπέτεια του Εμφυλίου, αναμετριέται με την οδυνηρή ήττα στον Γράμμο και το Βίτσι, κουβαλάει πάνω του όλα τα σημάδια των μετεμφυλιακών διώξεων, κανοναρχεί στα αποτρόπαια γεγονότα του Μπούλκες και της Τασκένδης για να καταλήξει, εξουθενωμένος και απομονωμένος από παντού, στο εφιαλτικό τέλος στο Σουργκούτ της Σιβηρίας

Σε μία αποστασιοποιημένη από «πάθη» και «συναισθήματα» προσέγγιση, ο δημοσιογράφος Άγγελος Τσέκερης περιγράφει το «φαινόμενο» Ζαχαριάδης στο εξόχως διδακτικό βιβλίο του Μία Ιστορία, αλλιώς… Χωρίς ιδεοληψίες και αφορισμούς, χωρίς «σκουριές» και «υποθέσεις», χωρίς τους «μαρτυρικούς ψιθύρους» και τις «κομματικές ορθοδοξίες», αναδεικνύει με υποδειγματικό τρόπο την ανθρώπινη διάσταση της Ιστορίας, αφήνοντας «ιδιαίτερο χώρο» στον ήρωα αυτής της αφήγησης.

Ο Τσέκερης μοιάζει σαν να «αγκαλιάζει» τον Ζαχαριάδη. Σαν να προσπαθεί να μπει στις «ρωγμές» του. Στα «άδυτα» και στα «μύχια» των επιλογών του. Σαν να τον θεωρεί «τρωτό» και «αδικημένο». Ξέροντας όμως πολύ καλά πόσο καταστροφικές ήταν οι τακτικές του και πόσο πόνο και δράμα έσπειραν οι αποφάσεις του στο «κομμουνιστικό σώμα».   

Όσο «βαθαίνουν» τα ιστορικά γεγονότα τόσο η μορφή του Ζαχαριάδη όσο και οι περί αυτού «υπο-ήρωες» γκριζάρουν μέσα στην καταχνιά των εσωκομματικών εκκαθαρίσεων. Η ατμόσφαιρα γίνεται όλο και πιο αποπνιχτική. Κι εκεί που οι περισσότεροι είχαμε «μείνει» στον Ζαχαριάδη της προσωπολατρίας, στον Ζαχαριάδη του «Ανοιχτού Γράμματος», άντε και στον Ζαχαριάδη των «υποθέσεων» Πλουμπίδη και Καραγιώργη, τώρα γινόμαστε «μάρτυρες» και «συμμέτοχοι» σε πράξεις απίστευτου κομματικού ζόφου. Σε πράξεις που η «γραμμή της λήθης» καταχώνιασε στα κομματικά άδυτα. Στα συρτάρια και τα καταγώγια των «απόρθητων αρχείων».

Πριν σπεύσουν κάποιοι να χαρακτηρίσουν «αντικομουνιστικό» το βιβλίο του Άγγελου Τσέκερη, να τους πω τούτο μόνον: χωρίς την Ιστορική Γνώση, τα σφάλματα και τα λάθη θα επανέρχονται και θα επαναλαμβάνονται συνεχώς. Απλά, την κάθε φορά που θα συμβαίνει αυτό, οι εξελίξεις θα είναι πολλαπλάσια οδυνηρές.


Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

ΠΑΘΗ ΑΠΕΡΙΤΤΑ



Μισός αιώνα ζωής κι αυτή ακόμη κατορθώνει να πορεύεται αναλλοίωτη στο χρόνο. Εμβληματική και αξεπέραστη. Σχεδόν μυθική. Η κορυφαία –και με διαφορά– μεταφορά της ζωής του Χριστού στον Κινηματογράφο, υπογεγραμμένη από έναν άθεο μαρξιστή και «δηλωμένο» αντιεξουσιαστή και ομοφυλόφιλο. Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον του Παζολίνι είναι μία ταινία–σταθμός. Ένα αφηγηματικό σχόλιο που ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα στην «πίστη» και την «ανησυχία». Μία συναρπαστική σπουδή επάνω στη διήγηση του Απόστολου και Ευαγγελιστή Ματθαίου. Ένας ύμνος στο λιτό και το απέριττο. Ένα ασπρόμαυρο ποιητικό έπος, δομημένο στην «περιπέτεια της αφύπνισης». Στην ανθρώπινη αγωνία. Στην υπέρβαση των ατομικών ορίων. Στην «μέσα μας μάχη». Μπορεί να είμαι άπιστος, αλλά είμαι ένας άπιστος που νοσταλγεί την πίστη…, θα πει στη δικιά του «τελική αποτίμηση» ο σκηνοθέτης.

Το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον ανήκει στο πάνθεο εκείνων των ταινιών που με σημάδεψαν από την πρώτη στιγμή. Αυτή, ο Αντρέι Ρουμπλιώφ του Ταρκόφσκι, τα 400 Χτυπήματα του Τρυφώ, η Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν… Ταινίες–σύμβολα, που τα συχνά «ραντεβού» μαζί τους ανανεώνουν τις παλιές αναγνώσεις και γίνονται η αφορμή για νέες, πιο ώριμες και πιο μεστές προσεγγίσεις και αναστοχασμούς.  

Την ταινία του Πιέρ Πάολο Παζολίνι δεν την «επικαιροποιούν» οι θεολογικές και πνευματικές φορτίσεις της Μεγάλης Εβδομάδας. Δεν είναι έργο «μικρής χωρητικότητας». Είναι μία κινηματογραφική τελετουργία που ξεπερνάει τα όρια του συναισθήματος καθώς η «πλοκή» της διεισδύει συνεχώς σε αδογμάτιστες «περιοχές» του νου και της ψυχής. Γίνεται ένα «ιερό εμβατήριο», αποσπασμένο πλήρως από τις «κοσμικές» αναπαραστάσεις και τα «θρησκευτικά εμπόρια». Ολόγυμνη σχεδόν, κατορθώνει να παρακολουθεί με κατανυκτική ευλάβεια τον λόγο του Ευαγγελίου μέσα από φαινομενικά ασύμβατα κινηματογραφικά υλικά.

Η επιλογή του Παζολίνι να υποστηρίξει το «θρησκευτικό του θεώρημα» χρησιμοποιώντας την απλότητα του τοπίου της νότιας Ιταλίας και την ερασιτεχνική αθωότητα των κατοίκων της, αποδεικνύεται μεγαλοφυής. Τα εξαίσια πορτραίτα, η επική λεπτότητα του χώρου, τα μουσικά ιδιώματα, οι απλωμένες σιωπές, τα αψηλάφητα ίχνη μιας πανάρχαιας αβεβαιότητας, συνθέτουν και συγκροτούν ένα αριστουργηματικό αφήγημα, βαθιά αντίθετο σε κάθε είδους φανατισμούς.