Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013



Διαβάζοντας ξανά και ξανά τον, κατά Κωστή Παπαγιώργη, βίο (και πολιτεία) του κοτζαμπάση της Γορτυνίας Κανέλλου Δεληγιάννη, συμπεραίνω πως η πλέον «λειτουργική» και γόνιμη Ιστορία είναι αυτή που έχει απαλλαγεί πλήρως από βεβαιότητες. Όλων των ειδών και όλων των αποχρώσεων.

Η «επίσημη» ελληνική ιστοριογραφία, εμπλέκοντας τα πρόσωπα και τα γεγονότα στο δόγμα της «εθνικής αυτοσυνειδησίας», μεταχειρίστηκε το σύνολο σχεδόν του περιεχομένου της με όρους «μικροπολιτικής μεγαλοψυχίας». Μέσα στην «πατριωτική της φιλαρέσκεια», ήταν αδύνατον να «χωρέσουν» σκιές και… παραπτώματα. Αποκλίσεις που θα τσαλάκωναν το «εθνικό ένδυμα». Πολλώ δε μάλλον, «αναθεωρήσεις» που θα έθεταν εν αμφιβόλω τα «ηρωικά της στερεότυπα». Ενίοτε και τους… μύθους της.

Σε αντίθεση με αυτά, ο Κωστής Παπαγιώργης (και όχι απαραίτητα ως ιστορικός) μετακινεί το ενδιαφέρον της ανάγνωσης στα πέραν των… επιτρεπομένων, προβαίνοντας σε μία χαρισματική αποδόμηση του «αγιολογικού πυρήνα» της  ιστοριογραφίας. Χωρίς «αιρετικές προθέσεις» και χωρίς καμία «ιδεολογική υστεροβουλία». Λόγοι, άλλωστε, που καθιστούν τις «αναψηλαφήσεις» του ευρύχωρα συναρπαστικές και βαθύτατα αναζωογονητικές.

Στην ανατρεπτική μυθιστοριογραφία του Κανέλλου Δεληγιάννη, οι «σταθερές αξίες» του Επαναστατικού Αγώνα υποχωρούν υπό το βάρος ανθρώπινων παθών και ιδιαιτεροτήτων. Ο εκ των γενναιότερων στρατηγών του ‘21 (όπως τον «θέλει» η επίσημη ιστορία), θα αποδειχθεί τα μάλα εκδικητικός και φανατικός υπερασπιστής του «κοτζαμπάσικου πολιτισμού». Αυτού που ήθελε πάντα την έχθρα να προηγείται της αγάπης.

Ο Κωστής Παπαγιώργης, χωρίς να λησμονεί το θετικό περιεχόμενο της Επανάστασης (το αντίθετο μάλιστα), διεισδύει στα «απόκρυφα» των ιστοριών της, με οδηγό τα δεκατρία χειρόγραφα τετράδια του προύχοντα της Γορτυνίας. Θέτοντας εξ αρχής τους «όρους» της δικιάς του έρευνας (αρνούμενος ταυτόχρονα κάθε εκδοχή περί συσπειρωμένου λαού που στράφηκε σύσσωμος κατά του τυράννου), θα ανασύρει από το «ιστορικό σκότος» μύρια όσα δυσάρεστα από τη «φιλολογική υγεία» του Έθνους. Εν προκειμένω, τον άκρατο και ιδιοτελή τοπικισμό των μεγάλων οικογενειών του Μοριά.

Ο «απείθαρχος» λόγος του συγγραφέα, κινούμενος μεταξύ «άρνησης» και «συμπάθειας», θα καταγράψει με «λογοτεχνική μαεστρία» το «πέρασμα» της τουρκόφρωνης τάξης των προκρίτων στην Επανάσταση, μέσα από την προσωπική διαδρομή ενός επιφανούς κοτζαμπάση και με μόνιμο φόντο τις φατριαστικές διαμάχες και τους σπαρακτικούς εμφυλίους. Άλλωστε, η ένταξη της μεγάλης φατρίας των Δεληγιανναίων στον Αγώνα θα περάσει από «σαράντα κύματα» (με κορυφαίο κεφάλαιο εκείνο της ταραγμένης σχέσης της οικογένειάς του με το Κολοκοτρώνη) και θα ολοκληρωθεί με την σπαραξικάρδια απογοήτευση του γέροντα Κανέλλου.

Το δράμα του Δεληγιάννη ήταν σύμφυτο του οδυνηρού του τέλους. Αυτός που είχε τους δικούς του Βεκίληδες στην Πόλη, αυτός που κυκλοφορούσε με τούρκικες γούνες και συμπεριφερόταν σαν Τούρκος Αγάς (και παρά την άρνησή του να αλλαξοπιστήσει) ήταν αδύνατον να συμβιβαστεί με την ιδέα της απομόνωσης. Γιατί αυτός ποθεί την επανάσταση μόνον υπό έναν (και μοναδικό) όρο: ότι στη θέση του Τούρκου θα έρθει αυτός…

Τα απομνημονεύματα του Κανέλλου θα αποδειχτούν πλειστάκις «εκτονωτικά» σε σχέση με το δράμα του. Σε ηλικία 78 χρονών, θα ανασύρει από τα μέσα του βάθη τη χαλασμένη καρδιά ενός νικημένου άρχοντα, που αντλεί την αλήθεια του από τη μνησικακία και τη χολερική εκδίκηση παρά από την υπερηφάνεια για τα εθνικά κατορθώματα. Αρνούμενος να δεχθεί ότι οι Μοραΐτες άρχοντες έχασαν την «πατρίδα» τους από τους… νεοέλληνες. Τους «ξένους», τους «φερέοικους», τους δευτεροκλασάτους, τους ξεβράκωτους κλέφτες.

Τι κι αν ο ίδιος θα δώσει το στρατιωτικό του «παρών» στο Μεσολόγγι, στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Τι κι αν θα βρεθεί μαζί με τον Κολοκοτρώνη στις φυλακές του Κουντουριώτη… Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν προέχει του οικογενειακού συμφέροντος. Από την ηγεμονία της φατρίας του. Ο «επαναστάτης» Κανέλλος θα επιστρέψει δια των απομνημονευμάτων του για την ύστατη μάχη της ζωής του. Την υπεράσπιση των «κεκτημένων» της τάξης του.

Για όσους εμμένουν ακόμη στις ιστορικές (και όχι μόνο) βεβαιότητες, το βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη θα αποδειχθεί πολύ στενάχωρο. Για τους υπολοίπους, μία μόνο η προτροπή: σπεύσατε…

Παρασκευή 22 Μαρτίου 2013



Λέγεται πως το βράδυ της 20ης Απριλίου του 1967, μια ομάδα στελεχών της ΕΔΑ (ανάμεσά τους και ο Λεωνίδας Κύρκος) προσπαθούσε να κατευνάσει τις ανησυχίες του κόσμου και να πείσει τα μέλη και τους οπαδούς του κόμματος τους ότι δεν πρόκειται να γίνει καμία πολιτειακή εκτροπή. Πόσο μάλλον πραξικόπημα! Όπως είναι γνωστό, η «πρόβλεψη» αυτή αποδείχτηκε… χειρομαντεία. Το επόμενο πρωί, οι περισσότεροι από την ομήγυρη βρίσκονταν ήδη φορτωμένοι στο πλοίο της γραμμής Λαυρίου–Γυάρου. Τα υπόλοιπα, αν δεν τα έχετε βιώσει, τα γνωρίζετε…

Μετά από 46 ολόκληρα χρόνια, αμνήμονες και ευάλωτοι (μα και τόσο επιρρεπείς), παρακολουθούμε τους εκλογικούς καλπασμούς του νεοναζισμού με τον ίδιο μακάριο εφησυχασμό εκείνης της νύχτας. Και με τις ίδιες, πάνω–κάτω, κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Την ώρα ακριβώς που οι μπότες των μελανοχιτώνων της Χρυσής Αυγής (και των άλλων «αδελφών» της παρακείμενης Δεξιάς) τρίζουν στα πρώτα κατώφλια της Δημοκρατίας (αυτής, έστω, της Δημοκρατίας), το «αντιφασιστικό μέτωπο»... συζητά, διαφωνεί και διασπάται. Ωσάν να συμμετέχει σε μία φιλοσοφική ημερίδα. Σε ένα συμπόσιο επαϊόντων. Σε ένα ιδεολογικό αχτίφ μεσόκοπων στελεχών. Με τις γνωστές θεωρίες, τα γνωστά αναμασήματα, τους γνωστούς αφορισμούς.

Η παγιωμένη υποτονικότητα του νεοσυντηρητικού τόξου, η ενοχική αμηχανία της ψευδεπίγραφης σοσιαλδημοκρατίας, τα σπασμωδικά ξεσπάσματα της Αριστεράς, ο αδιέξοδος δυναμισμός των αντιεξουσιαστών και των εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων, εν κατακλείδι, ο πολυτεμαχισμένος πυρήνας της Δημοκρατίας επιταχύνει επί τα χείρω τις επελάσεις των βαρβάρων.

Διότι, καλές οι εκθέσεις αντιφασιστικής γελοιογραφίας, καλές και οι συναυλίες, πολύ καλύτερες και οι πρωτοβουλίες των ανήσυχων φιλολόγων, αλλά τελικά όλα αυτά μόνον προς… εσωτερική κατανάλωση. Σαν ένα είδος κομματικού και παραταξιακού βαυκαλισμού. Σαν ένα αγωνιστικό καταπραϋντικό.

Παρά τη διάθεση και την πίστη ορισμένων, παρά την κούραση και την επιμονή τους, παρά τις όποιες καλές τους προθέσεις, το αποτέλεσμα των ενεργειών τους με τίποτε δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις μιας τέτοιας αδυσώπητης σύγκρουσης. Ίσως να μην τους το επιτρέπει και η ίδια η «κοινωνική τους καταγωγή». Οι μικροαστικές τους καταβολές. Το σύμφυτο της «κινηματικής τους χαλαρότητας».

Ας μη μας διαφεύγει όμως κάτι. Οι «κομματικές γενιές» της μεταπολίτευσης (μηδέ αυτές της ευρύτερης Αριστεράς εξαιρούμενες), ενσωματώθηκαν σε μία πολιτική κουλτούρα που, με θαυμαστή συνέπεια και προσήλωση, δημιούργησε τα ατομικά της τοτέμ, μεγιστοποίησε τις προσωπικές της ανάγκες και ανήγαγε τον εγωκεντρισμό της σε αστικό μύθο. Με τον καιρό, οι «πολίτες» αυτού του φετιχισμού περιόριζαν ολοένα και πιο πολύ τις «συνομιλίες» με το «άλλο», το «διαφορετικό», το πάσχον. Και αυτή η χρόνια συλλογική απόσταση απέκτησε χαοτικές διαστάσεις στην εποχή της κρίσης. Μοιραία, όταν έχουν «σβήσει» όλες οι επαφές με τη «διπλανή πραγματικότητα», κάποιοι άλλοι θα προσέλθουν για να τις επανασυνδέσουν.

Δεν ξέρω πόσο κατανοητό μπορεί να γίνει, αλλά το αντιφασιστικό κίνημα στερείται από βαθιά ενδοσκόπηση και αυτογνωσία. Πρωτίστως. Δευτερευόντως δε, πάσχει συνεχώς από μία έμφυτη μανία «εσωτερικής καταδίωξης». Κι αν για το πρώτο θα χρειαστεί πολύ «σκάψιμο» για να αναδείξει τα αίτια των υποχωρήσεων, για το δεύτερο επείγει να εγκαταλειφθεί πάραυτα κάθε είδους παθογένεια και εγωισμός και να προσέλθουν όλοι (μα όλοι) σε Κοινό Μέτωπο. Από τα κόμματα και την Τοπική Αυτοδιοίκηση μέχρι τους κοινωνικούς φορείς και τους προσφυγικούς Συλλόγους. Αρχή δε πάντων, η Εκκλησία. Από εδώ και πέρα, κάθε ημέρα αβεβαιότητας και καθυστέρησης τροφοδοτεί το μίσος και τον ρατσισμό της άλλης πλευράς. Και τον δυναμώνει εις το πολλαπλάσιο.

Υ.Γ.:
Αυτές τις ημέρες προβάλλεται στις κινηματογραφικές αίθουσες της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης το καινούριο ντοκιμαντέρ του Στέλιου Κούλογλου, Το Ολοκαύτωμα Της Μνήμης. Η προβολή του στην πόλη και η πρόσκληση του ίδιου του δημιουργού του, μπορεί να «προκαλέσει» το πρώτο τοπικό κάλεσμα μιας νέας αντιφασιστικής συσπείρωσης. Χωρίς προαπαιτούμενα και χωρίς εμμονές. Μένει να πάρει κάποιος την πρωτοβουλία…

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013



Χωρίς περιστροφές. Η «ιστορική τοποθέτηση» των εκπαιδευτικών του ΚΚΕ για μία σειρά από γεγονότα που σχετίζονται με την Επανάσταση του 1821, ούτε καινούρια είναι ούτε πρωτότυπη. Περιέχει απόψεις που έχουν γραφτεί και υποστηριχτεί δεκάδες φορές και οι οποίες πάντα συνέκλιναν στο ένα και μοναδικό συμπέρασμα: η Επανάσταση ήταν κοινωνική και ταξική. Φυσική εκδοχή από ένα κόμμα για το οποίο η «πάλη των τάξεων» αποτελεί την πεμπτουσία των ιδεολογικών του αναφορών. Γιατί, λοιπόν, εγκαλούνται με τέτοια σφοδρότητα οι «εκπαιδευτικοί του ΠΑΜΕ»; Και γιατί τώρα;

Ως προς το χρόνο, η ερμηνεία είναι απλή και «κουμπώνει» πάνω στο ακροδεξιό πρόσταγμα των τελευταίων μηνών: η ιστορία μάς ανήκει! Που, εις την απλήν ελληνικήν, μεταφράζεται και με το άκρως σκοταδιστικό και βάρβαρο: κανείς δεν έχει δικαίωμα να «διαβάζει» διαφορετικά από εμάς και οποιαδήποτε αποκλίνουσα ανάγνωση θα πατάσσεται εν τη γενέσει της. Τελεία!

Και επειδή κανείς από αυτούς τους αδαείς και αγράμματους δεν έχει τα στοιχειώδη εφόδια να αντιπαρατεθεί επί της ουσίας (ήγουν, με λόγο και επιχειρήματα) στα όσα, σωστά ή λάθος, επισημαίνονται στην «προς μαθητές επιστολή» των καθηγητών του ΠΑΜΕ, σκούζουν ανοησίες, ηλιθιότητες και απειλές. Πολύ δε περισσότερο, μίσος φαιό προς πάσα κατεύθυνση. Γι’ αυτό άλλωστε και η «κριτική» στην ανακοίνωση περιορίζεται σε φαιδρά υπονοούμενα και επικοινωνιακές ελαφράδες. Ίδιον, προφανώς, της διαχρονικής τους ημιμάθειας.

Φυσικά, η ανακοίνωση των «κομμουνιστών δασκάλων» δεν μπορεί να περάσει και εντελώς απαρατήρητη και… αξεσκόνιστη. Ο έντονος μανιχαϊσμός της, η απολυτότητά της, ο αφελής διδακτισμός της, οι αυθαίρετες κοινωνικοπολιτικές της ταυτίσεις, τα πρόχειρα και, εν πολλοίς, έωλα συμπεράσματά της, η αγιάτρευτη «λαϊκή της λατρεία», την καθιστούν και ολίγον τι… του ποδαριού.

Πώς –ας πούμε– το ακροτελεύτιο της ανακοίνωσης με το Αντάρτης–κλέφτης–παλικάρι, πάντα είναι ο ίδιος ο λαός να ταιριάξει με τις ρεμούλες της Στερεοελλαδίτικης κλεφτουριάς; Μόνον τα «κατορθώματα» του Βαρνακιώτη, του Καραϊσκάκη και του Ανδρούτσου να είχαν διαβάσει στα θρυλικά Καπάκια του Κωστή Παπαγιώργη, θα «πετούσαν» τα μισά από τα τόσα… ηρωικά του λαού.

Με λίγα λόγια: η Ιστορία δεν μπορεί να περιέχει μονομέρειες και δογματισμούς. Η Ιστορία δεν είναι μόνον τόποι και χρονολογίες για να συνιστούν απόλυτη αντικειμενικότητα. Ιστορία είναι οι ίδιοι οι Άνθρωποι. Με τα πάθη τους, τις ήττες τους, τους ηρωισμούς τους, τα λάθη τους… Γι’ αυτό και η Ιστορία έχει κάτι μέσα της που την κάνει εντελώς ξεχωριστή. Έχει ψυχή! Εξ αυτού και μόνο, θα παραμένει εσαεί ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική. Ενίοτε και… ανεξερεύνητη.

Πώς λοιπόν να «χωρέσεις» μέσα σε εκείνη την άβυσσο της ψυχής της τη δικιά σου «αλήθεια»; Και ειδικά όταν αυτή έχει και το θράσος (ή την άγνοια;) να εμφανίζεται και ως… μοναδική; Πώς ντε;

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013



Μην το κουράζω. Ο πιτσιρικάς της ΑΕΚ δεν είναι ούτε φασίστας ούτε ρατσιστής. Εκκολαπτόμενος μπορεί. Ασυνείδητος ναι. Άλλα μέχρις εκεί. Το «άλμα» προς το νεοναζισμό είναι πολύ μεγαλύτερο από ότι νομίζουν μερικοί. Και, φυσικά, δεν εξαντλείται μέσα από έναν χαιρετισμό. Όσο αποτρόπαιος κι ανατριχιαστικός μπορεί να είναι.

Ατόπημα; Αναμφίβολα. Και μάλιστα μέγα. Και μη βιαστούν κάποιοι να σπεύσουν να επικαλεστούν το «νεαρόν της ηλικίας» του, αναζητώντας μέσα από τα βιολογικά όρια την οποιαδήποτε συγχώρεση. Ο Κατίδης δεν είναι βρέφος. Είναι ένα νέο παιδί που έχει δικαίωμα ψήφου και διά αυτού (και κατ’ αναλογία) ορίζει και το μέλλον της πατρίδας μας. Μπορεί η ανωριμότητα των είκοσι χρόνων του να του δίνει περιθώρια λαθών και κουτουράδων, αλλά σε καμία περίπτωση αυτά δεν πρέπει να «αθωώνονται».  Με μία όμως προϋπόθεση: η τιμωρία του δεν μπορεί να είναι εκδικητική. Η Δημοκρατία δεν εκδικείται. Η Δημοκρατία διδάσκει. Και μέσω των τρόπων της, οφείλει να ξανακερδίζει το κάθε… απολωλό της.

Όμως, πόσο «διδακτική» υπήρξε αυτή η Δημοκρατία για τον Κατίδη; Πώς τον ανέθρεψε όλα αυτά τα χρόνια; Με τι εφόδια τον έστειλε στη ζωή, στους αγώνες , στους έρωτες… στην κάλπη; Με ποια πρότυπα; Με τι αξίες; Μη γελιόμαστε. Ο Κατίδης ανήκει σε μια «χαμένη γενιά». Μεγάλωσε μέσα στο απόλυτο κενό. Στις ευκολίες και τις ψευδαισθήσεις. Χωρίς οράματα, χωρίς μέτρο, χωρίς δισταγμούς. Το μόνο που του έμεινε ήταν να υπερασπιστεί το υπερτροφικό του Εγώ. Και να το αναδείξει. Ανεξέλεγκτα, στρεβλά, ανισσόροπα. Πόσο μάλλον επιδεικτικά και προκλητικά.

Πολύ φοβάμαι ότι οι αντιδράσεις όλων μας στη θέα του υψωμένου του χεριού ήταν απόρροια του θυμικού. Μια εσωτερική και ανεξέλεγκτη δύναμη που μας σπρώχνει συνεχώς στην ανακάλυψη του αποδιοπομπαίου τράγου. Στην ενοχή του άλλου. Μόνον του άλλου. Και με την ασφάλεια της απόστασης, να φορτώνουμε πάνω του ξεχασμένες αμαρτίες, παλιές πληγές, ανέγγιχτες ευθύνες. Για να καλύψουμε τα δικά μας κενά. Γιατί ποτέ δεν είχαμε το σθένος και τη δύναμη να αντιστρέψουμε το είδωλο. Και να «πιάσουμε» τους εαυτούς μας ανέτοιμους, λίγους, ανάξιους. Προπάντων δε, ευάλωτους.

Από το βράδυ του περασμένου Σαββάτου, γράφτηκαν και ακούστηκαν πολλά. Δεν έχει σημασία τι συμμερίζομαι και τι όχι. Και ‘γω παρασύρθηκα. Μίλησα άσχημα και απαξιωτικά. Έβαλα χεράκι για την πυρά και το λιθοβολισμό. Έγινα ένα με την «εξέδρα του διαδικτύου». Συμφιλιώθηκα με τα γηπεδικά πάθη. Τα πολιτικά ορμέμφυτα. Τις πρώτες ιαχές. Όμως σήμερα, νιώθω την ανάγκη να ζητήσω μία μεγάλη συγγνώμη από τον Κατίδη. Και να του πω ότι όλ’ η ζωή μου του χαμού, μ’ από τη κόλασή μου σου φωνάζω, εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω…

    
Υ.Γ.
Επειδή πολλοί ήταν εκείνοι που βγήκαν να μιλήσουν για την ιστορία της ΑΕΚ και να υπερασπιστούν τις προσφυγικές και αντιφασιστικές της καταβολές, ένα θέλω να τους πω: άργησαν. Γιατί αν ο Κατίδης ντρόπιασε μία φορά τη μακρόχρονη ιστορία του Συλλόγου, τότε ο Ψωμιάδης πόσες;

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013



Εξ αρχής: αυτά τα «επαναστατιλίκια της νύχτας» με τις στρακαστρούκες και τα γκαζάκια, το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να «μαγκεύουν» τους απανταχού φασίστες. Ενίοτε, να τους δίνουν αφορμή για να «ηρωοποιούν» με τον πιο ανέξοδο τρόπο το αχαλίνωτο ορμέμφυτό τους. Αυτό που, κατά τον Σεφέρη, βρίσκεται πολύ βαθιά ριζωμένο στην τρωγλοδυτική ζωή τους…

Κάτι ανάλογο συνέβη και την περασμένη εβδομάδα μετά τις εκρήξεις στα γραφεία της Χρυσής Αυγής και της Πατριωτικής Κίνησης Πολιτών Καβάλας. Οι (εντελώς αδιέξοδες και απονενοημένες) «επιθέσεις» κάποιων «αντιφασιστών», αποδείχτηκαν βούτυρο στο ρατσιστικό ψωμί τους. Και τόσο ιδανικές (λες και τις έκαναν… παραγγελία) για να ξιφουλκήσουν πάλι εναντίων των «άπλυτων», των «μηδενιστών» και των «ανθελλήνων».

Χωρίς να παραβλέπω και να υποτιμώ τις νέου τύπου «παλικαριές» που εμφανίζονται στην ανακοίνωση της Πατριωτικής Κίνησης (αποκαλυπτικές του πολεμόχαρου χαρακτήρα των μελών της και της σχέσης τους με τα… μπραβιλίκια), νομίζω ότι έφθασε η στιγμή που ο «δημοκρατικός λόγος» θα πρέπει να «απευθυνθεί» και προς την… άλλη πλευρά, αποφεύγοντας  παλιές και απλουστευτικές ερμηνείες.

Σήμερα, η πολιτική ρευστότητα και η έξαρση του νεοναζισμού, παράγουν διαφορετικούς συλλογισμούς και απαιτούν καινούριες προσεγγίσεις και εκτιμήσεις. Οι ιδεολογικές ρετσέτες του παρελθόντος μοιάζουν μετέωρες και αναποτελεσματικές. Ο πάλαι ποτέ «σκοτεινός προβοκάτορας» της κουκουεδίστικης μονομανίας έχει χάσει προ πολλού το «ειδικό του βάρος». Τώρα –και σε συνθήκες πλήρους σύγχυσης– ο καθένας πια μπορεί να αναλάβει δεκάδες ρόλους «εξεγερμένου». Με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται σε προσωπικό και συλλογικό κόστος.

Ας μη βιαστούν λοιπόν κάποιοι να κατατάξουν τις διάφορες «antifa επιθέσεις» σε συγκεκριμένους πολιτικούς και κοινωνικούς χώρους (εν προκειμένω στον αντιεξουσιαστικό) ή κάποιοι άλλοι να επισπεύσουν τις «καταδίκες» τους, χρεώνοντας  στο γεγονός τη ρετσινιά της προβοκάτσιας. Χωρίς να αποκλείω οτιδήποτε, θα επιμείνω: είναι τέτοιος ο εσωτερικός αναβρασμός των «ανθρώπων της κρίσης» που οτιδήποτε σπασμωδικό μπορεί να αποκτήσει χαρακτήρα «πολιτικής πράξης». Να «γεννήσει» πολύμορφες σέχτες και «ετοιμοπόλεμες γκρούπες». Κυρίως όμως, να ενδυναμώσει την «κυριαρχία του ατομικού» και να «νομιμοποιήσει» τις αλλόκοτες συμπεριφορές του.

Γι’ αυτό και το «αντιφασιστικό είδος» του… γκαζάκια (και όσο αυτό δεν εκθέτει σε κίνδυνο τη ζωή κανενός) θα κινείται πάντα στα πλαίσια της «ιδεολογικής φάρσας». Θα είναι ένα «αφελές πυροτέχνημα» πολιτικού εγωκεντρισμού. Μία «μόδα εκρήξεων» άνευ στόχου και περιεχομένου. Μοιραία, και απόλυτα «ελεγχόμενο».

Εξ αυτών και μόνο, η φοβική φυλή των «πατριωτών», μόνον ευγνωμοσύνη οφείλει στους «γνωστούς αντιπάλους». Γιατί, ποιες άλλες αφορμές ζητάει ο φασίστας για να μας… καβαλικέψει;

Αυτό ας το λάβουν υπ’ όψιν τους οι επίδοξοι… πυροτεχνουργοί.