Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

ΤΑ ΘΕΟΧΤΙΣΤΑ






 Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν πρωτοδιάβασα το βιβλίο του αρχιτέκτονα - στοχαστή Αριστομένη Προβελέγγιου, Ο Οδοιπόρος Προς Την Πηγή. Στα περιεχόμενα του, συμπεριλαμβάνονταν μερικά από τα εκλεκτότερα κείμενα «πολεοδομικού στοχασμού», επικεντρωμένα στο συνεχές "ολίσθημα" της πολιτιστικής μας κατάπτωσης. Μια αγωνιώδης έκφραση της κοινοτικής εξουθένωσης, έτσι όπως αυτή αποτυπώνεται σε πελώρια κλίμακα στον εθνικό μας χώρο. Ιστορικό, φυσικό και πολεοδομικό. Στοιχεία αναντικατάστατα της άλλοτε ελληνικότητας.

Είκοσι (και βάλε) χρόνια μετά - και χάρη στον φίλτατο και αγαπητό π. Σωφρόνιο Γκουτζίνη που φρόντισε τα της διάδοσης - ανακαλύπτω άλλο ένα βιβλίο από αυτόν τον αξεπέραστο «κύκλο» της μεταπολεμικής μας πνευματικότητας. Το σπάνιο από κάθε πλευράς λεύκωμα του μεγάλου αρχιτέκτονα και διανοητή Άρη Κωνσταντινίδη με τίτλο Τα Θεόχτιστα. Στην ουσία, τον «αρχιτεκτονικό ύμνο» στο λιτό και το απέριττο. Στην αισθητική του μέτρου.

Τα Θεόχτιστα θα μπορούσε να είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο από την «αφηγηματική πίστη» του Φώτη Κόντογλου. Μία διαρκής συνομιλία με τις «ευλογημένες του εμμονές». Είτε αυτές περιγράφουν την αφοσίωσή του στην ζωγραφική, στο τραγούδι, στην λογοτεχνία, είτε αφορούν τον καθ’ ημάς Τρόπο. Σε αυτόν τον αέναο διάλογο, ο λαμπρός και θεόσταλτος Αϊβαλιώτης, μοιάζει να μπολιάζει στο έργο του Άρη Κωνσταντινίδη, όλη την «ενέργεια» και την σοφία από το: εκτήσω τη ταπεινώσει τα υψηλά, τη πτωχεία τα πλούσια. 

Η ανώνυμη αρχιτεκτονική – θεμέλιο της αρχιτεκτονικής πρότασης του Άρη Κωνσταντινίδη – δεν είναι τίποτε άλλο από το εκ αρχαιοτάτων «καλλιτεχνούμεν μετ’ ευτελείας». Τότε που το κτίσμα, ήταν συνέχεια της ελληνικής φύσης. Απλό και απέριττο. Όπως ένας αμπελώνας, μια ακροθαλασσιά ή ένας σκοίνος που κρεμάστηκε λες από έναν σκουριασμένο βράχο. Κι αυτό, όπως λέει και ο ίδιος: σα να πιστεύω πως τίποτα δεν χάνεται, όταν είναι αληθινό από το γέννημά του. Και που κρατάει, έτσι, για πάντοτε, αμόλυντο και καθαρό το σχήμα του και την αστραφτερή του όψη...

Ο Άρης Kωνσταντινίδης είναι εξ αρχής «δηλωμένος πολέμιος» των αρχιτεκτονικών τάσεων που «σκηνογραφούν» επί ευρωπαϊκών θεμάτων και μιμούνται (κατ’ εξακολούθηση) κατασκευαστικές ανάγκες άλλων τόπων. Είναι ενάντια στον «προοδευτισμό» και την «ωραιοποιημένη αυθαιρεσία». Την «μάσκα του φτιαχτού». Τα «νεόφερτα καμώματα». Σε κάθε τι που υποβαθμίζει το αυθεντικό και την αλήθεια.

Το αποτυπώνει ιδανικά ο Φώτης Κόντογλου στο Ευλογημένο Καταφύγιο: τα χωριάτικα σπίτια, τα παλιά, όχι αυτά που χτίζουνε τώρα οι χωριάτες, πιθηκίζοντας την Αθήνα, κοιτάξτε πόσο σύμφωνα είναι με τη φύση. Ενώ όσα κάνουνε τώρα οι κάποιοι ξιπασμένοι χωριάτες, τα μοντέρνα, με το στερεότυπο κρύο σχέδιο, με τα στερεότυπα χρώματα, με τις ευρωπαϊκές σιδεριές, με τα «αρτιφισιέλ», κοίταξε και ομολόγησε τι φωναχτή παραφωνία είναι μέσα στην απλή και ταπεινή αρμονία που κάνουνε τ’ άλλα τα σπίτια…

Διαβάζοντας (και κοιτώντας) τα Θεόχτιστα, θέλοντας και μη, περιδιαβαίνεις διαρκώς μέσα στην ίδια την Ιστορία. Ο σύγχρονος αρχιτεκτονικός μαρασμός, αποτυπώνει πλήρως τις πολιτικές επιλογές μίας χώρας που εκπορνεύτηκε στην «πολιτισμό του καλλυντικού» και την ξερή γνώση. Που η πανάρχαια σεμνότητά της έσβησε πίσω από την εφήμερη σαβούρα του καταναλωτισμού και οι λειτουργικές της γειτονιές αλλοτριώθηκαν συθέμελα από τους οδοστρωτήρες της αντιπαροχής. Από την νεοελληνική ψευδογραφία.

Το αισιόδοξο και μια αχνή ελπίδα; Οι φωτογραφίες σ’ αυτό το βιβλίο (τραβηγμένες σε διάφορα χρονικά διαστήματα, από το 1945, μέχρι και το 1980), που θέλουν να δείξουν  (ή και να «πουν) πως δεν έχουνε χαθεί, οριστικά και αμετάκλητα, όλες οι αλήθειες, όλες οι σοφίες, όλες οι ομορφιές, στα τοπία και στα σπίτια, που μπορεί να δει κανείς ακόμα και σήμερα στον ελληνικό χώρο. Αρκεί να το θέλει και να το επιδιώκει κι όπως θα το γυρεύει, ακόμα, όλη του ή ψυχή. Αλήθειες και σοφίες και ομορφιές, που όσο κι αν είναι παλιές, πανάρχαιες, τόσο γίνεται να σταθούνε και σαν πρωτόβγαλτες, στην εποχή μιας τωρινής αισιοδοξίας…

Γιατί τα Θεόχτιστα και απ’ αιώνων και εις αιώνα τον άπαντα καλοβαλμένα και ισορροπημένα και καλοζυγισμένα και λιτά και απλά και αυτονόητα.

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014

ΟΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ ΤΩΝ... ΑΣΩΤΩΝ!



Τη θυμάμαι σαν τώρα τη στιγμή. Τους «βέρους αριστερούς» του ΣΥΡΙΖΑ να ξιφουλκούν εναντίον των «χθεσινών τους συντρόφων» που την είχαν «κάνει» προς ΔΗΜΑΡ μεριά και να αραδιάζουν ένα σωρό επιχειρήματα «οριστικής ρήξης», αρνούμενοι ταυτόχρονα να αποδεχτούν ημέτερα λάθη και υπερβολές. Κουρασμένος από διασπάσεις, καθόμουν σε μια γωνία και τους άκουγα.

Ήταν παραμονές των Δημοτικών Εκλογών και ήδη η προηγηθείσα επιμονή μου να «ριχτούν» από την πλευρά της Συμπαράταξης Πολιτών «γέφυρες» συνεργασίας με τα στελέχη και τα μέλη της τοπικής ΔΗΜΑΡ, προσέκρουσε στη σθεναρή αντίσταση των… καθαρόαιμων! Ήγουν, όλων εκείνων που καθόριζαν τις προεκλογικές εξελίξεις και οριοθετούσαν τις… κόκκινες γραμμές. Τα επιχειρήματα, γνωστά. Από το πλέον «προδοτικό» αυτοί πήγαν με τον Σιμιτσή μέχρι το άκρως υποτιμητικό και σιγά τις ψήφους που θα μας φέρουν!

Έκρινα ότι δεν είχα λόγο να αντιπαρατεθώ με πολιτικά επιχειρήματα, καθότι η… μπάλα της σοβαρότητας είχε προ πολλού χαθεί. Δυο λέξεις μόνον κατάφερα να πω και επέστρεψα στη… γωνιά μου. Αυτές: μη λέτε μεγάλες κουβέντες, σύντροφοι. Και «κρύψτε λόγια». Σαράντα χρόνια στο «αριστερό κουρμπέτι», έχουν δει και έχουν δει «ανανήψεις» τα μάτια μου. Αφήστε τα… συγχωροχάρτια!

Προνοητικό ή μη, το σχόλιο εκείνο «έρχεται» σήμερα να επιβεβαιωθεί από τις πληροφορίες που… τρέχουν. Αυτές, δηλαδή, που «μιλάνε» για σχεδόν κλεισμένη συμφωνία της Κουμουνδούρου με τον Φώτη Κουβέλη και για την ατομική ένταξη 25 έως 30 στελεχών της στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ! 

Δεν είναι θέμα προσωπικής δικαίωσης. Το πολύ–πολύ μια διαίσθηση που μπορεί να βγει και αληθινή. Απόρροια ίσως της μακροχρόνιας πίστης μου στην ιδέα της «Ενωμένης Αριστεράς» που, άσβεστη καθώς, μπορεί να «ελέγχει» σκέψεις και προβληματισμούς. Κι επειδή για μένα δε νοείται Αριστερά χωρίς διαφορετικές απόψεις, χωρίς τη «συντροφική ανοχή» σε αυτές και χωρίς την ευγένεια του διαλόγου, αρνιόμουν πεισματικά να «χαρίσω» τους συντρόφους μου στις «κυβερνητικές σειρήνες». Εν γνώσει μου ότι αυτή η περιπέτεια της ΔΗΜΑΡ –άστοχη και πεπλανημένη, έτσι κι αλλιώς– θα είχε άδοξο και τραυματικό τέλος, ανέμενα απλώς τη στιγμή της… επανάκαμψης.

Το γνωρίζω. Πάντα αυτού του είδους οι «επιστροφές» είναι πολύ δύσκολες και έχουν ακριβό τίμημα. Πόσο μάλλον όταν οι «λαβωματιές» είναι ακόμη νωπές και οι «πληγές» χωρίς τις απαιτούμενες επωάσεις. Αλλά, κακά τα ψέματα. Σε κάτι τέτοια δοκιμάζεται το μεγαλείο της Αριστεράς. Εδώ μετριέται η ανοιχτοσιά της. Η πολιτικής της ωριμότητα. Ο σεβασμός στις κοινές συμπορεύσεις.

Ένα μόνο θα τονίσω: να ανοιχτούν οι θύρες και οι καρδιές. Να μπουν στην άκρη οι εγωισμοί και οι υπεροψίες. Να ζωντανέψει η ισοτιμία της άποψης. Χωρίς προαπαιτούμενα και χωρίς παρελθοντολογικά πάθη. Αν δε γίνει η Αριστερά «αγκαλιά», τότε ποιος;

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

ΧΕΙΜΕΡΙΑ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ



Ήσυχες οι εκλογές στον Σύνδεσμο Φίλων Γραμμάτων και Τεχνών! Με αυτόν τον τίτλο (και άθελα της προφανώς), η εφημερίδα Πρωινή, αναγγέλλει ουσιαστικά το ΤΕΛΟΣ του ιστορικού σωματείου. Δεν το λέω εγώ, το περιγράφει το ίδιο το ρεπορτάζ, το σημαντικότερο μέρος του οποίου αντιγράφω ευθύς αμέσως:

Το κλίμα σε αυτές τις εκλογές είναι ιδιαίτερα ήσυχο. Υπάρχουν ένδεκα υποψήφιοι, για τις ισάριθμες θέσεις του διοικητικού συμβουλίου. Η προθεσμία για την κατάθεση των υποψηφιοτήτων έληξε την προηγούμενη Παρασκευή.

Δεν ξέρω πόσο καλό πράγμα είναι τελικά η «ησυχία», αλλά αν είναι να βγάλω συμπεράσματα από αυτήν του Σ.Φ.Γ.Τ., χίλιες φορές καλύτερη η... φασαρία. Και μεταξύ μας; Μακάρι να ξημέρωνε πάλι η εποχή με τις «φωνές» και τους «θορύβους» της. Μακάρι να ξανάρχονταν οι στιγμές των «υπερβολών» και των «συγκρούσεων». Ακόμη και των «ακροτήτων». Τουλάχιστον έτσι θα ένοιωθες ότι το πράγμα «ζει». «Αναπνέει». «Λαχταράει» για καινούριες γέννες. Για καινούριες αφορμές.

Προς Θεού! Ούτε «νοσταλγώ», ούτε εξιδανικεύω. Το κυριότερο: δεν μέμφομαι κανέναν γι αυτήν την θλιβερή εικόνα. Άλλωστε το γνωρίζω καλά. Η απαξίωση του Συνδέσμου είναι μέρος της συλλογικής μας αδράνειας. Αποτέλεσμα ενός νεοφιλελεύθερου ατομικισμού που μας διαπερνά και μας κυριεύει. Και θα το πω: πάλι καλά που βρέθηκαν οι 11 για να κρατάνε τη «φλογίτσα» αναμμένη. Να αφήνουν μία χαραμάδα αισιοδοξίας. Ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα...

Τα «καυτά» ερωτήματα είναι για άλλους. Πού είναι για παράδειγμα οι πνευματικοί άνθρωποι της πόλης; Σε ποιά «ευδαιμονία» μέσα αναπαύονται; Σε ποιά κοινωνική χοάνη πήγαν και κούρνιασαν; Πού είναι εκείνοι οι φιλόλογοι και οι δάσκαλοι; Τι τους «έφαγε»; Τι τους «κατάπιε»;

Κι απ’ την άλλη: πού είναι οι άνθρωποι της «Αριστεράς»; Πού είναι οι «ευαίσθητοι» και οι «προοδευτικοί»; Πού είναι το ενδιαφέρον τους για το «πολιτιστικό κίνημα»; Πού είναι οι ιδέες τους; Πού είναι οι προτάσεις τους; Οι αγωνίες τους βρε αδελφέ! Ποιός εν τέλει θα «ξαναζεστάνει» την παλιά τους ανιδιοτέλεια; Ποιός θα τολμήσει την έξοδο σε μια νέα ουτοπία;

Από πουθενά φως. Κανείς «παθιασμένος». Κανείς «δοσμένος». Μόνο διεκπεραιωτές. Και... ήσυχοι.      


Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΤΕΨΕΙ...



Όταν ένα γεγονός συνδεθεί με τη μαζική κατανάλωση, είναι απολύτως βέβαιο ότι, αργά ή γρήγορα, θα καταλήξει σε… καρνάβαλο. Αυτό ακριβώς συμβαίνει και με τις γιορτές των Χριστουγέννων. Έχοντας προ πολλού απολέσει την πνευματική και θρησκευτική τους κατάνυξη και με την «επιρροή της Δύσης» (ενίοτε και του καθολικισμού) να συντρίβει κάθε έννοια ταυτότητας, συναισθήματος και (κυρίως) συνείδησης, τα Χριστούγεννα, χρόνο με το χρόνο, αντικαθρεφτίζουν (ιδανικά, θα έλεγα) τον νεοελληνικό μας μαϊμουδισμό, τη συλλογική μας ευτέλεια, το αισθητικό μας άλαλο και τη νεόπλουτη αγραμματοσύνη μας.

Στην περιορισμένη κλίμακα των οικογενειακών συνευρέσεων –και παρ’ όλες τις υποχωρήσεις και τους αλληθωρισμούς προς τα αγγλοσαξωνικά πρότυπα– το «χριστουγεννιάτικο κλίμα» κατόρθωνε να διατηρεί κάτι από την «προτέρα συγκίνηση». Κάτι από το «ανθρώπινο» και το «φυσιολογικό» των «σεμνών ημερών».

Το μεγάλο κακό ξεκίνησε όταν οι αξιοθρήνητοι δήμαρχοι της καθ’ ημάς κακογουστιάς αποφάσισαν να… πάρουν την υπόθεση επάνω τους, συναγωνιζόμενοι μεταξύ τους σε ξιπασμένα υπερθεάματα και δωρεάν κυνοεκτωνώσεις. Έτσι, πίσω από την πολιτική τους ανεπάρκεια και την προβληματική τους καλλιέργεια, εκκολάπτονταν ένα καινούριο είδος «πολιτιστικού σούργελου» («ντυμένο» πάντα με παραδοσιακές ρέπλικες), την κυριαρχία του οποίου ενίσχυσαν οι δημοσιογραφικοί τενεκέδες και οι τηλεοπτικοί βόθροι. Όσο για το κοινό; Επιρρεπές στο πιθηκίζειν, έγινε το μέσο για μία ακόμη υποτέλεια. Για μία ακόμη «σπουδή» στην ισοπεδωτική ομοιομορφία!

Στα πολύ δικά μας: Το επαρχιώτικο πανηγυράκι που έστησε φέτος η νέα Δημοτική Αρχή, όχι μόνον είναι για τα μπάζα, όχι μόνον αποτελεί χειροπιαστό παράδειγμα αυτοδιοικητικού καρακιτσαριού (αναρωτιέμαι: πόσο πιο «άρρωστο» να εφεύρεις… Άγιο Βασιλίνα!), αλλά κατορθώνει και το χείριστο: να ευτελίσει (έως… εξευτελίσει) το δημαρχιακό αξίωμα, προσδίδοντας στο πρόσωπο της δημάρχου, χαρακτηριστικά… κλόουν! Ανατρέξτε στο (από κάθε πλευρά) εξωφρενικό έντυπο των εκδηλώσεων και θα το διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι.

Όμως, επειδή αύριο η κυρία Τσανάκα θα κληθεί να υποστηρίξει –και να υπερασπίσει– τον κορυφαίο πολιτιστικό θεσμό ολόκληρης της Περιφέρειας, επειδή θα είναι αυτή που θα σηκώσει το «πολιτικό βάρος» ενός Φεστιβάλ με βαθιές πνευματικές και καλλιτεχνικές ρίζες κι επειδή θα είναι αυτή που θα κληθεί να διαχειριστεί την «τιμή και την ιστορία» του… γι’ αυτό και η (ειλικρινώς αγωνιώδη) προτροπή: κάποιος να την προστατέψει! Κάποιος να βρεθεί να φρενάρει τον αχαλίνωτο αυθορμητισμό της και την κακώς νοούμενη λαϊκότητά της. Κάποιος να την προφυλάξει από κακοτοπιές και παρτσακλάδες. Και κάποιος που θα της πει: μπάστα, Δήμητρα, γιατί μπάζουμε!

Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει η ίδια η κυρία Τσανάκα να αισθανθεί το έλλειμμα «πολιτικής σοβαρότητας» και να ζητήσει βοήθεια. Θα πρέπει η ίδια να θέσει τον εαυτό της στη βάσανο της αυτογνωσίας, αποδεχόμενη τα τρωτά τής προσωπικότητας της. Όσο το αποφεύγει, όσο το καθυστερεί κι όσο το «σέρνει», θα υπονομεύει συνεχώς το κύρος και την εμβέλειά της.

Κι ας το γνωρίζει: από τον ενθουσιασμό στη γραφικότητα, μίας στιγμής απόσταση.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Η ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ



Περίσσεψαν οι ανοησίες και οι βλακείες που ακούστηκαν τις δύο ημέρες που οι αντιεξουσιαστές «κατέλαβαν» το Δημαρχείο της πόλης. Και «πλημύρισαν» παντού. Από την αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου –την τιμή και τη σοβαρότητα του οποίου «έσωσε» η κατευναστική, έως και… μητρική, στάση της Δήμητρας Τσανάκα– μέχρι τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τις (ούτως ή άλλως) ανεξέλεγκτες διαδικτυακές κοινότητες. Στην τελευταία κατηγορία ανήκει και ο «κοινωνικοπολιτικός στοχασμός» που δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα Kavala Portal υπό τον (άστα να πάνε) τίτλο Για άλλα και άλλα ζητήματα δεν κάνουν κατάληψη…

Το να είναι κανείς άσχετος και ανενημέρωτος, το να μην ξέρει και να μη γνωρίζει «λεπτομέρειες» της τοπικής πολιτικής ιστορίας, το να μην ξέρει γενικά «τι του γίνεται», δεν είναι μήτε κακό μήτε κατακριτέο. Με μία προϋπόθεση όμως: στην κατάλληλη (και κρίσιμη) στιγμή, να ξέρει να σιωπά! Να γνωρίζει τα όρια και τις δυνατότητές του. Να μπορεί να αντιλαμβάνεται «μέχρι πού τον παίρνει». Και για να μην εκτίθεται σε μπαρούφες και για να εξασφαλίζει στον εαυτό του την απαιτούμενη υπευθυνότητα και αξιοπρέπεια. Εν προκειμένω, αυτήν της ενημέρωσης. Όταν όλα αυτά «καταπατώνται», μοιραίο είναι να βρεθεί πάνω από ένα πληκτρολόγιο και να «χτυπά» όποιες κοτσάνες τού «κατέβουν».

Δείγματα από αυτές, αντιγράφω ευθύς αμέσως: Αν θέλουμε, πάντως, να είμαστε και λίγο σοβαροί θα πρέπει να πούμε το εξής: Στην πραγματικότητα οι καταληψίες δεν έχουν ενδιαφερθεί, τα τελευταία χρόνια, ούτε μια φορά για πάρα πολλά από τα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας (πέραν, ίσως, από κάποιες κινητοποιήσεις τους για τα αδέσποτα ζώα). Για οποιαδήποτε υπόθεση αφορά π.χ. εργασιακά δικαιώματα, συντάξεις, παιδεία, υγεία κλπ. οι αντιεξουσιαστές είναι κυριολεκτικά άφαντοι!

Και παρακάτω: Πού είναι γενικώς αυτοί οι αντιεξουσιαστές, όταν άλλες ευπαθείς κοινωνικές ομάδες προσπαθούν με περισσή αγωνία να περισώσουν ότι είναι δυνατόν να περισώσουν; Η απάντηση είναι πολύ απλή: ΠΟΥΘΕΝΑ! Δεν μιλάμε, βέβαια, για σοβαρά ζητήματα που απασχολούν τον τελευταίο καιρό την τοπική κοινωνία, όπως ο αγωγός TAP και η πλατφόρμα LNG (για τα οποία διοργανώθηκαν και συλλαλητήρια). Είπαμε: Θέλουμε να είμαστε και λίγο σοβαροί…

Δε χωράει καμία αμφιβολία ότι οι «βεβαιότητες» και οι «σιγουριές» τού (κατά τ’ άλλα συμπαθούς) Αναστάσιου Μαρκουλίδη βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου. Προφανώς και εκτός πραγματικότητας. Πρώτον, γιατί αγνοεί παντελώς μεγάλες και ιστορικές στιγμές της πόλης και δεύτερον γιατί δεν φρόντισε να «μάθει» προτού… ξεσαλώσει. Το χειρότερο: ότι μεθοδεύει με τέτοιον τρόπο την άγνοιά του, ώστε τα «τεκμήριά» του να μοιάζουν αδιαμφισβήτητα και τετελεσμένα.

Θα το ήθελε, αλλά… δεν! Και ευτυχώς που –εις πείσμα πολλών– «κρατάει» ακόμη η «συλλογική μας μνήμη» για να διαψεύδει καθημερινά όλους εκείνους που –συνειδητά ή ασυνείδητα– μοχθούν για την κυριαρχία της λήθης.

Να πω λοιπόν στο φίλτατο Τάσο ότι όταν η «πόλη κοιμόταν» μέσα στην ευδαιμονία του Χρηματιστηρίου, μέσα στους μύθους των Ολυμπιακών Αγώνων (αυτούς με την… κυτταρική υπεροχή) και μέσα στη φενάκη των διακοποδανείων, οι αντιεξουσιαστές έμπαιναν μπροστά για την προστασία της Βάσοβας και βρισκόταν στην «πρώτη γραμμή» του αγώνα ενάντια στο Λιθάνθρακα. Αυτοί ήταν που «μυρίστηκαν» πρώτοι την καταστροφή κι αυτοί που τάχθηκαν «ψυχή τε και σώματι» στην κορυφαία κινηματική δράση της πόλης.

Να θυμίσω επίσης (στον απόντα και άγνωστο σε εμένα, τότε, Αναστάσιο) ότι οι αντιεξουσιαστές δεν έλειψαν από καμία κινητοποίηση που σχετίζονταν με τις πολιτικές των μνημονίων. Εκεί ήταν πάντα. Και για τα εργασιακά δικαιώματα και για την Παιδεία και για την Υγεία. Μέρες και νύχτες στην Πλατεία Καπνεργάτη, στο κίνημα των Αγανακτισμένων. Ναι, με τις εμμονές τους, την επιμονή τους, την απολυτότητά τους… αλλά εκεί! Παρόντες! Οπότε, για την αξιοπιστία και μόνον των απόψεων του, καλό και πρέπον να ψάξει αλλού για τους «άφαντους» και τους «πουθενά». Κι αν (αν λέω) δεν έχει «ονόματα και διευθύνσεις», μετά χαράς να του… προμηθεύσω. Μάτσο ο κατάλογος!

Και να πω και τούτο: τις εξαιρετικές πολιτιστικές εκδηλώσεις στο παρκάκι της Κατάληψης Βύρωνος 3 δεν τις αντιλήφθηκε το «δημοσιογραφικό σου δαιμόνιο»; Ή απλά δεν έτυχαν του ιδίου ενδιαφέροντος όσο οι άλλες για τα… αδέσποτα;

«Κλείνω» με το τραγικότερο –άμα τι και πλέον επικίνδυνο– όλων: την υποτίμηση και την απαξία της αντιφασιστικής δράσης των αντιεξουσιαστών. Αν μη τι άλλο, η αντίληψη που λέει ότι: όταν θίγεται ένας "συναγωνιστής" τους, ή όταν έχουμε συγκεντρώσεις μελών της "Χρυσής Αυγής" τα αντανακλαστικά των αντιεξουσιαστών είναι πιο γρήγορα και από αυτά δρομέα 100 μέτρων στο άκουσμα του πιστολιού του αφέτη! Μόνο εκεί, όμως! Α ναι, και στις εκδηλώσεις για το Πολυτεχνείο -πού αλλού, στην τελική, να τους δοθεί η ευκαιρία να φωνάξουν κατά του φασισμού… είναι της ίδιας ακριβώς «ιδεολογικής κατεύθυνσης» με αυτήν που προβάλλουν οι ιστοσελίδες των νεοναζιστών της Χρυσής Αυγής.

Γι’ αυτό ίσως και το εν λόγω κείμενο έλαχε της θερμής υποδοχής και εκτιμήσεως των καθ’ ημάς νεοβαρβάρων…