Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2016

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΟΜΜΟΥΝΑ



Πριν από πέντε χρόνια, με την κρίση να «χτυπάει» ζωηρά την πόρτα της πόλης και με την Αγορά να καταρρέει μέσα στη μικροαστική της φενάκη, αποφασίσαμε να τα μαζέψουμε όλα και να πάμε να μείνουμε στο σπίτι της Θάσου. Καθόλου εύκολη απόφαση. Μεγαλωμένοι –σχεδόν από τα γεννοφάσκια μας– στους ρυθμούς και τις «αταξίες» του πλήθους και έχοντας ήδη στην πλάτη μας πάνω από τριάντα χρόνια επαγγελματικής δραστηριότητας, το χωριό φάνταζε πιο πολύ σαν τόπος ενός ιδιόμορφου αναχωρητισμού παρά σαν μια συνέχεια των αστικών μας συνηθειών.

Με τον καιρό, και όταν πια είχε περάσει η δύσκολη περίοδος της προσαρμογής (ειδικά εκείνος ο χειμώνας του ’11 που, εκτός από βαρύς, ήταν και απελπιστικά μοναχικός) τα πράγματα άρχισαν σιγά-σιγά να βρίσκουν τις πρώτες δειλές αλλά ανακουφιστικές τους ισορροπίες. Δοκιμάστηκαν καινούριες φιλίες, ανακαλύφθηκαν νέα ενδιαφέροντα, οι δουλειές μπήκαν κι αυτές στο δημιουργικό τους αυλάκι και οι αργοπορίες του μικρού τόπου κινητοποίησαν ξανά μέσα μας τις γήινες αναφορές μας. Φτιάξαμε κήπους, αρχίσαμε να βγαίνουμε για ψάρεμα, πύκνωσαν οι καλημέρες, απλώθηκαν οι κουβέντες… Η γαλήνη της ένταξης και της εξοικείωσης απομάκρυνε όλο και πιο πολύ την ανάγκη επανόδου στα πρότερα και τα καθιερωμένα. 

Μα και οι άνθρωποι εδώ, αλλιώς. Ευρύχωροι, οικείοι, αναγνωρίσιμοι. Κάτοικοι ενός κύκλου διαρκούς εξομολόγησης. Και ενός μόχθου, προσαρμοσμένου στα κατατόπια της φύσης. Τους ακούς και είναι σαν να σου μιλάνε οι ελιές, οι μέλισσες, τα αμπέλια. Η θάλασσα η ίδια. Μιλιές-θρόισμα, ανακατεμένες με ιστορίες από μεράκια και βάσανα. Αντάμα όλοι. Νέοι, γέροι, εμείς οι «ενδιάμεσοι» που πορευόμαστε ακόμη στο κατάστρωμα της «μέσης ηλικίας», στο μεταίχμιο του αλύγιστου χρόνου… 

Πέντε χρόνια στο νησί και αν κάτι θέλω να κρατήσω βαθιά μέσα μου, αυτό είναι ο «τρόπος του συλλογικού». Αυτήν την ατόφια και γεμάτη ειλικρίνεια αλληλεγγύη, αυτό το αυθόρμητο νοιάξιμο για τον τόπο και τον διπλανό. Χωρίς επιτηδεύσεις, χωρίς «ταυτότητες εθελοντισμού», χωρίς ανταλλάγματα και ιδιοτέλειες. Ένα πανάρχαιο ρίζωμα «χριστιανικής κομμούνας» που γεφυρώνει ιδανικά την πίστη με την κοινωνία.

Την έζησα έντονα φέτος αυτήν τη συλλογικότητα. Τη «μέσα ευθύνη». Οι φωτιές του Σεπτεμβρίου ανέδειξαν σε υπέρτατο βαθμό το μεγαλείο της συναλληλίας και στάθηκαν η αφορμή για να καταγραφεί άλλο ένα παράδειγμα αυταπάρνησης και ταπεινοφροσύνης. Και πιστέψτε με, δεν υπάρχει τίποτε πιο αισιόδοξο και τίποτε πιο ελπιδοφόρο από το να βλέπεις μπροστάρηδες σε αυτό το «αγώνισμα» τα νέα παιδιά του χωριού. Μα τίποτε…

Γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο, το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο στον Νίκο, τον Δημήτρη, τον Κώστα, τον Ξάνθο, τον Στέλιο, τον Θωμά, τον Μάριο, την Βέρα, τον Βασίλη, τον Γιώργη… Σ’ αυτά τα παιδιά που δυναμώνουν τις ρίζες μου εδώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου