Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2016

Ο,ΤΙ ΘΥΜΟΥΝΤΑΙ, ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ!



Αντιγράφω μικρό σχόλιο-ρεπορτάζ (την πατρότητα του οποίου αγνοώ) από την ιστοσελίδα του Καθημερινού Τύπου. Λέει: Ένας από τους στόχους της δημοτικής αρχής του Δήμου Καβάλας, είναι η ανάπλαση της ιστορικής πλατείας Μακέδου, πίσω από το Εργατοϋπαλληλικό Κέντρο Καβάλας. Το «όραμα» της διοίκησης, όπως ανέφερε η δήμαρχος, Δήμητρα Τσανάκα, στην τελευταία συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, είναι να γίνει η περιοχή τα «Λαδάδικα» της Καβάλας, εννοώντας το παράδειγμα της άλλοτε κακόφημης και υποβαθμισμένης περιοχής της Θεσσαλονίκης, που έγινε «πόλος έλξης» για τον πολιτισμό, τον τουρισμό και τη διασκέδαση. Ο Βαγγέλης Παππάς, μάλιστα, πρόσθεσε πως υπάρχει μία καπναποθήκη, που έχει άθικτο όλο τον μηχανισμό επεξεργασίας καπνού, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί για τουριστικό σκοπό.

Κατ’ αρχάς –και με δεδομένο ότι όλα αυτά ειπώθηκαν μέσα σε έναν (υποτίθεται) σοβαρό και υπεύθυνο πολιτικό θεσμό– δύο αρχικές επισημάνσεις: την Πλατεία Μακέδου δεν τη συνδέει κανένας ιστορικός ή αρχιτεκτονικός δεσμός με τα Λαδάδικα. Είναι δύο εντελώς διαφορετικά «αστικά τοπία», με εντελώς διαφορετικές ιστορικές αναφορές και χρήσεις. Ένα αυτό. Και δεύτερο, οποιαδήποτε ανάπλαση στην περιοχή, απαιτεί τη σύμφωνη (και καθοριστική) γνώμη της Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων, γεγονός που, μέσα στον «δημιουργικό οίστρο» της δημοτικής αρχής, μοιάζει να προσπερνιέται και να μην του δίνεται η ανάλογη σημασία. Πάμε όμως στα του… οράματος!

Αν ο δήμος θέλει να δημιουργήσει μία «ζώνη διασκέδασης και τουρισμού» (το άλλο για πολιτισμό ας μην το κουβεντιάσουμε καλύτερα) στα πρότυπα των Λαδάδικων, αυτός ο σχεδιασμός θα μπορούσε να «υποστηριχθεί» μόνο σε μία περιοχή: αυτή των παλιών οίκων ανοχής πίσω από τις Καμάρες. Επαναλαμβάνω όμως: αν ο στόχος είναι να αντιγραφεί ένα μοντέλο που θα εξυπηρετεί τους συγκεκριμένους στόχους και σκοπούς.

Όμως, και σε αυτήν την περίπτωση –που σε σχέση με εκείνη της Πλατείας Μακέδου, μοιάζει… παιχνιδάκι– τα ερωτήματα είναι πολλά. Για παράδειγμα: πόσο εφικτή μπορεί να είναι μία ανάπλαση που η ύπαρξή της θα στηρίζεται στο εφήμερο της διασκέδασης (ή και… εκτόνωσης); Μπορεί η πόλη να «σηκώσει» μία επένδυση (γιατί, κακά τα ψέματα, για επένδυση θα πρόκειται) όταν η σημερινή «χειμέρια των πραγμάτων» φαντάζει από δύσκολη έως και μη αναστρέψιμη; Και τέλος, λαμβάνεται καθόλου υπ’ όψιν το γεγονός ότι ο «κύκλος» αυτών των μορφών διασκέδασης έχει περιορισμένα χρονικά όρια αντοχής; Γνωρίζουν άραγε οι «οραματιστές» πόσο έχει μειωθεί το ενδιαφέρον των καταναλωτών για τα Λαδάδικα τα τελευταία χρόνια; Έχει το «κοντρόλ» της ιδέας ή απλά προσπαθεί να «εγγράψει έργο» με αντιγραφές και ξεπατικώματα;

Το πρόβλημα, βέβαια, αποκτά άλλες διαστάσεις (θα έλεγα έως και τραγικές) όταν οι σκέψεις για ένα «πάρκο διασκέδασης» αφορούν στον πλέον εμβληματικό χώρο της «πόλης του καπνεμπορίου» και φυσικά έναν χώρο-σύμβολο των αγώνων του καπνεργατικού κινήματος. Πολιτική ανεπάρκεια; Ανιστόρητες πομφόλυγες; Ανέξοδα φληναφήματα; Ή μήπως… Ύβρις;

Γιατί, πέρα από το «τρελό» εγχείρημα μιας γιγαντιαίας συντήρησης και ανάπλασης (δείγμα άλλωστε και του επιπόλαιου της δήλωσης), όταν ένα αρχιτεκτονικό σύνολο με χαρακτηριστικά «μνημείου» το εμπλέκεις σε λειτουργίες… ξενυχτάδικων, τότε το αυτοδιοικητικό σου όραμα συμβαδίζει και «συνομιλεί» με το αντίστοιχο του… τσιφτετελληνισμού! Κοινώς, καλά γλέντια!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου